Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 974, 984 παρ. 1 και 987 ΑΚ η νομή προσβάλλεται και με την αποβολή του νομέα, εφ όσον αυτή γίνεται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του. Ο νομέας, που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή, έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της από αυτόν, που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του.

Α. Για να είναι ορισμένη η αγωγή αποβολής από την νομή ακινήτου, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδ. 4, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 987 ΑΚ πρέπει, εκτός των άλλων, να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν νομή του ενάγοντος κατά το χρόνο της αποβολής από το ακίνητο, β) ακριβή περιγραφή του ακινήτου,  γ) αποβολή του νομέα, που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, δ) αξία της νομής και ε) αίτημα για απόδοση της νομής. Η μη πλήρης αναφορά των στοιχείων αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και απορριπτέα για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης ((ΑΠ 388/2010, ΑΠ 304/2004 ).

Β. Αντίθετα, δεν αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής η χρονική διάρκεια που είχε ο ενάγων στη νομή του το ακίνητο, ούτε αν ο ίδιος έγινε νομέας ανεξάρτητα από τη βούληση του τυχόν προηγούμενου νομέα (εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 988 ΑΚ), δηλαδή επιλήψιμα, ή κατόπιν ειδικής συμφωνίας με τον προηγούμενο νομέα (ΑΠ 1622/2009).

Γ. Από την διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ προκύπτει ότι ο εναγόμενος με την αγωγή αποβολής από τη νομή δεν δικαιούται να αντιτάξει κατά του ενάγοντος νομέα ενστάσεις ανατρεπτικές, που στηρίζονται σε δικαίωμα ιδίας αυτού κυριότητας, ή σε άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του επιδίκου ακινήτου, ή σε προσωπικά περί αυτού δικαιώματα, δυνάμει των οποίων ο εναγόμενος, θα μπορούσε, να αξιώσει την παράδοση του ακινήτου, ή την παραχώρηση της χρήσης του σε αυτόν, εφ όσον τα δικαιώματα αυτά δεν αναγνωρίσθηκαν τελεσίδικα. Δεν απαγορεύεται όμως στον εναγόμενο να αντιτάξει τη δική του νομή επί του επιδίκου πράγματος, καθ όσον ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, που μπορεί να αποδειχθεί ανταποδεικτικώς, οπότε οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής ( ΑΠ 1056/2009, ΑΠ 1522/2006, ΑΠ 1408/2001).

Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 992 ΑΚ οι αξιώσεις από την αποβολή παραγράφονται μετά ένα έτος από την αποβολή. Αφετήριος χρόνος της ετήσιας παραγραφής των αξιώσεων του νομέα από την αποβολή είναι η αποβολή και αρχίζει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 241 παρ. 1, 242, 243 παρ. 3 ΑΚ, από την επόμενη ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η αποβολή και λήγει, όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα, δηλαδή η αντίστοιχη προς την ημέρα έναρξης ημέρα του έτους (ΑΠ 861/2007).