Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976 και 977 ΑΚ προκύπτει ότι η νομή με μεταβίβαση  (ειδική διαδοχή) αποκτάται

α) σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου με παράδοση του πράγματος στον αποκτώντα που γίνεται με τη βούληση του έως τώρα νομέα,

β) με συμφωνία ανάμεσα στον αποκτώντα και τον έως τώρα νομέα ότι ο τελευταίος ή τρίτος θα παραμείνει στην κατοχή του πράγματος με βάση ορισμένη έννομη σχέση. Σε αυτή την περίπτωση έναντι του τρίτου μεταβιβάζεται η νομή στον αποκτώντα, αφ ότου γνωστοποιηθεί αυτό στον τρίτο από τον έως τώρα νομέα.

Β. Αν μεταξύ του έως τώρα νομέα και του αποκτώντος δεν συμφωνηθεί τίποτα σχετικά με την κατοχή του τρίτου ή αν η αντίστοιχη γνωστοποίηση προς τον τρίτο δεν λάβει χώρα, ο αποκτών δεν μπορεί να αντιτάξει τη νομή του επί του πράγματος έναντι του τρίτου και για αυτό δεν είναι σε θέση να ασκεί τη φυσική εξουσία πάνω σε αυτό.

Γ. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων, με εκείνες των άρθρων 158, 361, 369 και 973 ΑΚ προκύπτει, ότι η συμφωνία για τη μεταβίβαση της νομής ακινήτου, η οποία δεν είναι εμπράγματο δικαίωμα, αφού δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών που μνημονεύονται περιοριστικά στο άρθρο 973 ΑΚ, δεν υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ούτε και σε μεταγραφή, αλλά αποτελεί αφηρημένη ή αναιτιώδη δικαιοπραξία, το κύρος της οποίας δεν επηρεάζεται από την ακυρότητά ή την ανυπαρξία της αιτίας, εκτός εάν, κατά τη βούληση των μερών, το κύρος της συμφωνίας περί μεταβιβάσεως της νομής εξαρτήθηκε από την αιτία που την υπαγόρευσε, το τελευταίο δε διατυπώθηκε από αυτά ως αίρεση της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1819/2017).