Προσβολή της νομής αποτελεί κάθε θετική πράξη, ή παράλειψη, του προσβολέα, που επάγει, είτε αποβολή του νομέα από τη νομή, είτε διατάραξη  του νομέα στην άσκηση της νομής του (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 847/2013, ΑΠ 1456/2013).

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 682 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 683 έως 703 τα δικαστήρια, σε επείγουσες περιπτώσεις, ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, μπορούν να διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος, ή την ρύθμιση μιας κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν, ή να τα ανακαλούν.

Β. Κατά την διάταξη του άρθρου 733 ΚΠολΔ τα ασφαλιστικά μέτρα σε κάθε είδους υποθέσεις νομής, ή κατοχής, διατάσσονται αποκλειστικά από το ειρηνοδικείο. Αν η αίτηση υποβληθεί ενώπιον αναρμοδίου δικαστηρίου, αυτό δεν την απορρίπτει, αλλά την παραπέμπει κατά το άρθρο 46 ΚΠολΔ στο αρμόδιο κατά περίπτωση Ειρηνοδικείο (ΜονΠρΘεσ  998/2013).

Γ. Η αίτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 117, 118 και 688 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα

α) ότι ο αιτών κατά το χρόνο της διατάραξης, ή αποβολής και της επίδοσης της αίτησης, αν πρόκειται για διατάραξη, ήταν νομέας του επιδίκου.

β) το είδος του αντικειμένου της προσβληθείσης νομής, το είδος, την έκταση, την θέση και τα όρια του ακινήτου.

γ) ότι ο καθ ου η αίτηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο ενήργησε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά αποτελούντα διατάραξη της νομής, ή αφαίρεση αυτής, παράνομα και χωρίς τη θέληση του.

δ) ότι ένεκα της διατάραξης, ή της αποβολής, υπάρχει επείγουσα περίπτωση για τη λήψη του αιτουμένου ασφαλιστικού μέτρου και

στ) το ασφαλιστικό μέτρο, που πρέπει να ληφθεί.

Δ. Δεν απαιτείται για το ορισμένο της αίτησης, να αναφέρονται στο δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε ο προσανατολισμός του (ΑΠ 280/93).  Όταν όμως το ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, έχει υποχρέωση ο αιτών, εκτός από την έκταση του διεκδικουμένου τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε, να είναι δυνατόν, στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί του συγκεκριμένου επιδίκου ακινήτου και στο δικαστήριο να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΠολΠρΗρ 431/20010).

Ε. Επείγουσα περίπτωση, που καθιστά αναγκαία τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, συντρέχει, όταν απαιτείται να ρυθμιστεί επειγόντως η νομή προσωρινά με δικαστική παρέμβαση, όπως πχ στην περίπτωση, που η πάροδος του χρόνου έως την άσκηση της κυρίας αγωγής, θα επιφέρει ουσιώδη βλάβη στο αντικείμενο της νομής.

ΣΤ. Στην έννοια της επείγουσας περίπτωσης δεν περικλείεται ο κίνδυνος «διαπληκτισμών και ερίδων των διαδίκων», γιατί τα ασφαλιστικά μέτρα δεν αποτελούν αστυνομικό μέτρο, ώστε να δικαιολογείται η λήψη τους από μόνο τον κίνδυνο αυτό. Άλλωστε από τον κίνδυνο αυτό δεν μπορεί να επέλθει βλάβη του ασφαλιστέου δικαιώματος (ΠολΠρΧαν 24/2005). Η επίκληση στις αιτήσεις του κινδύνου διαπληκτισμών και συγκρούσεων, σε αντίθεση προς το προϊσχύον δίκαιο που οριζόταν ρητώς συνδρομή του, είναι νομικώς αβάσιμος ισχυρισμός (ΜονΠρΘεσ 998/2013)

Ζ. Η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων δεν επιλύει οριστικά την υπόθεση και για αυτό παράγει προσωρινό δεδικασμένο. Η οριστική επίλυση της διαφοράς ανήκει πάντοτε στο αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη λύση που δόθηκε με την απόφαση επί των ασφαλιστικών μέτρων. Συνεπώς, τόσο η αίτηση περί ασφαλιστικών μέτρων, όσο και η μετ αυτή διαδικασία σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, στην οποία περιλαμβάνεται και η εκτέλεση της απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση, δεν διακόπτει την ετήσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ (ΑΠ 667/1998, ΜονΠρΑΘ  3633/2012).