Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 158, 159, 166, 180, 181, 361, 369, 513 και 1033 ΑΚ προκύπτει ότι όπου ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ο τύπος απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενό της. Προκειμένου για ακίνητο πρέπει να καλύπτει, τόσο την μεταβιβαστική της κυριότητάς του εμπράγματη σύμβαση, όσο και την ενοχική της πώλησής του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή ως προς το πράγμα και το τίμημα.

Β. Η μη τήρηση του τύπου ως προς μέρος του τιμήματος ακινήτου, όπως στην περίπτωση που αυτό συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από αυτό που εικονικά (άρθρο 138 ΑΚ) αναγράφεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν καθιστά άκυρη την όλη σύμβαση, αλλά άκυρη είναι μόνον η συμφωνία για το εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα, όπως αυτό συνάγεται από τη διάταξη του άρθρ. 13 παρ. 3 ν. 1587/1950, κατά την οποία, «Το αντέγγραφον εξ ου προκύπτει ότι συνεφωνήθη ή κατεβλήθη τίμημα μεγαλύτερον του αναγραφέντος εν τω συμβολαίω και εν τη δηλώσει του φόρου του παρόντος νόμου, είναι άκυρον και δεν δύναται να προσαχθεί και να ληφθή υπ` όψει υπό του Δικαστηρίου και υφ' οιασδήποτε ετέρας Αρχής¨.  

Γ. Με την διάταξη αυτή ρητώς περιορίσθηκε η ακυρότητα της πωλήσεως ακινήτου, χωρίς κατά τα λοιπά να επηρεάζεται το κύρος της πωλήσεως υπό το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο εικονικό τίμημα (ΑΠ 543/1996).

Ε. Αν το επιπλέον αυτό τίμημα έχει ήδη καταβληθεί, ο αγοραστής δύναται να το αναζητήσει κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, όμως μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, γιατί εφ όσον ανταποκρίνεται σε αυτή, δεν υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός του πωλητή, παρά το ότι αποτελεί περιουσιακή επίδοση χωρίς νόμιμη αιτία (ΟλΑΠ 560/1974, ΑΠ1126/2002, 1566/2001 543/1996).

ΣΤ. Η απόδειξη της συμφωνίας δεν επιτρέπεται να γίνει με την χρήση αντεγγράφου, το οποίο από την ίδια ως άνω διάταξη χαρακτηρίζεται ως άκυρο και απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο. Τα λοιπά, όμως,  αποδεικτικά μέσα είναι επιτρεπτά και η απόδειξη της συμφωνίας δεν συνιστά ανεπίτρεπτη απόδειξη κατά του περιεχομένου του αγοραπωλητήριου συμβολαίου, αφού δεν αμφισβητείται το περιεχόμενό του.

Ζ. Δεν ισχύουν οι περιορισμοί για την απόδειξη της αγοραίας αξίας του πωληθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο, εφ' όσον η απόδειξη δεν στρέφεται κατά του περιεχομένου του αγοραπωλητήριου συμβολαίου ( Π 661/2018, ΑΠ 57/2019).