Ο νόμος, κατά πλάσμα δικαίου, θεωρεί  και άλλους υπευθύνους προς αποζημίωση, παρ ότι δεν έχουν σχέση εργοδότη με τον εργαζόμενο. Το ποίοι είναι αυτοί προσδιορίζεται από το γεγονός, αν έχουν έναντι του εργαζομένου «ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τήρησης μέτρων υγιεινής και ασφαλείας». Η «ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τήρησης μέτρων υγιεινής και ασφαλείας» προσδιορίζεται από τους όρους του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο,  όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του (με παράλειψη) τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Α. Από την διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ συνάγεται ότι, αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, δηλαδή ειδικής και όχι γενικής, υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επέλευσης του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και δύναται να πηγάζει κυρίως,

α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη του νόμου,

β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου προς ενέργεια,

γ) από ειδική σχέση, που θεμελιώνεται, είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παράλειψης, με την οποία αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή μελλοντικών κινδύνων στα έννομα αγαθά τρίτων,

δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Β. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, δηλαδή η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου.

Γ. Προϋποτίθεται, βέβαια, ότι πρέπει να συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και του επελθόντος αποτελέσματος. Η πράξη ή η παράλειψη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, κατά την οποία, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, αν γινόταν δηλαδή η επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (ΑΠ 521/2017, ΑΠ 35/2016, ΑΠ 545/2019).

Δ. Τέτοια υποχρέωση εκ του νόμου προς αποζημίωση του παθόντα εργαζομένου έχουν, ακόμη και αν δεν είναι «εργοδότες» του παθόντος, Ο ανάδοχος  του έργου, Η κοινοπραξία έργου, Ο Εργοταξιάρχης, Ο Συντονιστής ασφάλειας και υγείας του έργου, Ο Επιβλέπων μηχανικός, Ο Τεχνικός ασφάλειας, Ο Γιατρός εργασίας.