Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 15, 26, 28, 314 παρ. 1 εδ. α και 302 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης του εργαζομένου  και οι λοιποί υπόχρεοι σε αποζημίωσή του, ευθύνονται ποινικά για την σωματική βλάβη, ή τον θάνατο του εργαζομένου, που υπέστη εργατικό ατύχημα.

Κατά την διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ. α ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή ή φυλάκιση έως δύο έτη.

Κατά την διάταξη του άρθρου 302 του ΠΚ, όποιος από αμέλεια σκότωσε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Από τις διατάξεις αυτές, συν του άρθρου 28  ΠΚ, προκύπτει ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ή της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα εξής στοιχεία, α) από παράλειψη του δράστη, να μην καταβλήθηκε η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του, ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Η παράλειψη επομένως ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφ όσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για την θεμελίωση του εγκλήματος από παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, το οποίο ορίζει, ότι η μη αποτροπή του εγκλήματος τιμωρείται σαν το έγκλημα να έγινε με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Από την διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαίτιου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή πηγάζει κυρίως, α) από ρητή διάταξη νόμου, ή  β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου.

Επομένως, όταν το εργατικό ατύχημα προκάλεσε σωματική βλάβη, ή θάνατο του εργαζομένου, τόσο ο εργοδότης, όσο και οι λοιποί υπόχρεοι σε αποζημίωση, τιμωρούνται ποινικά, γιατί από παράλειψη τήρησης των μέτρων ασφάλειας της υγείας και της ζωής του εργαζομένου, επέτρεψαν την επέλευση της σωματικής βλάβης, ή τον θάνατο. Στις περιπτώσεις αυτές, κατά την διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ. β ΠΚ, δεν απαιτείται έγκληση από τον παθόντα και το επιληφθέν ανακριτικό όργανο δρα αυτεπάγγελτα, τηρουμένης της αυτοφώρου διαδικασίας.

Στα εγκλήματα αυτά πρέπει, τόσο στο κλητήριο θέσπισμα, όσο και στην δικαστική απόφαση, για την πληρότητα τους (άλλως ελέγχονται αναιρετικά) να αναφέρεται η συνδρομή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, ή, η ειδική σχέση από όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική σχέση πηγάζει (ΑΠ 704/2015. ΑΠ 485/2015, (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 813/2014, ΑΠ 615/2011). Αν στο κλητήριο θέσπισμα δεν αναφέρεται η συνδρομή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης, το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρα. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να προταθεί στον πρώτο βαθμό. Αν προβληθεί και απορριφθεί μπορεί να επαναφερθεί με λόγο έφεσης στην δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ  986/2010, ΑΠ 794/2009, ΑΠ  1037/2009).