Εργατικό ατύχημα είναι το ατύχημα, που συμβαίνει στον εργαζόμενο κατά την διάρκεια της εργασίας, ή με αφορμή την εργασία και το οποίο οφείλεται σε απότομο, βίαιο, γεγονός, εφ' όσον αυτό προκάλεσε στον εργαζόμενο ανικανότητα να εργασθεί πάνω από 4 ημέρες, ή και απώλεια ζωής. Απαιτείται να συντρέξουν οι εξής προϋποθέσεις, α) βίαιο συμβάν, β) ασθένεια, ή, επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας, γ) παροχή εργασίας και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος.

Α. ΒΙΑΙΟ ΣΥΜΒΑΝ 

Ατύχημα από βίαιο συμβάν θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος (συμπεριλαμβάνεται και ο θάνατος) του εργαζομένου η οποία είναι, α) αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, β) δεν θα λάμβανε ύπαρξη χωρίς την εργασία και την εκτέλεση της υπό τις δεδομένες περιστάσεις εκτέλεσής της και γ) δεν ανάγεται αποκλειστικά σε οργανική, ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 600/1996, ΕφΑθ 1758/ 2000, ΕφΑθ 5095/1999, ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1316/2000). 

ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΟΛΟΓΙΑ  ΒΙΑΙΟΥ ΣΥΜΒΑΝΤΟΣ 

α) Κατά την μετάβαση του εργαζομένου προς και από τον τόπο της εργασίας (ΣτΕ 1953/65).

β) Κατά την μετακίνηση του εργαζομένου, προς και από τον τόπο της εργασίας, με μεταφορικό μέσο του εργοδότη, ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο από τα συνήθη και σε κοινή χρήση υπάρχοντα, αρκεί ο εργαζόμενος να μη παρέκκλινε από τη συνηθισμένη διαδρομή του ( ΣτΕ 1455/69, ΣτΕ 1829/73).

γ) Κατά την μετακίνηση του εργαζομένου στον τόπο εργασίας, μετά από εκτέλεση υπηρεσίας του εργοδότη (Σ.Ε. 1264/60).

δ) Κατά την μετάβασή του από το σπίτι του στην οικονομική εφορία για εργασίες του εργοδότη (Σ.Ε. 350/87).

ε)Μέσα στο χώρο της εργασίας κατά τη διάρκεια διακοπής εργασίας προς αναψυχή και ξεκούραση.

στ) Από συμπλοκή του εργαζομένου με οδηγό  οχήματος κατά τον χρόνο  εκτέλεσης της εργασίας.

ζ)  Κατά τη διάρκεια της ψυχαγωγίας του εκτός εργασίας, εφ όσον αυτή, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, ήταν αναγκαία προς αποκατάσταση, ή διατήρηση της ψυχικής ισορροπίας του εργαζομένου (ΑΠ 1078/85).

η) Ως κατοικία του εργαζομένου θεωρείται η εξώθυρα του σπιτιού του. Εάν μένει σε εσωτερικό σπίτι, δεν είναι η γενική εξώθυρα του σπιτιού, αλλά η εξώθυρα του εσωτερικού σπιτιού. Σε πολυκατοικία θεωρείται και η σκάλα.

θ) Καθ οδόν προς το σπίτι, προτού να αποθέσει τα εργαλεία, τον εξοπλισμό και την ενδυμασία της εργασίας του.

ι) Αυτά που γίνονται κατά τα διαλείμματα της εργασίας, ή την μεσημεριανή διακοπή, μέσα στο χώρο της εργασίας.

ια) Η απομάκρυνση του εργαζομένου από τον χώρο της εργασίας, θεωρείται ότι διακόπτει τον τοπικό και χρονικό σύνδεσμο με την εργασία, όταν αποδεικνύεται ότι οφείλεται σε ατομική πρωτοβουλία του εργαζομένου, αντίθετη με τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από την σχέση που τον συνδέει με τον εργοδότη του, ή σε πρωτοβουλία που έχει σαν σκοπό την ικανοποίηση προσωπικών του αναγκών, που δεν είναι άμεσες και επείγουσες.

ιβ) Κατά την διάρκεια κανονικής με αποδοχές άδειας.

ιγ) Κατά τη μετάβαση του εργαζομένου στον εργοδότη για είσπραξη του μισθού του μέσα στο χώρο της επιχείρησης

ιδ) Ο θάνατος, που προκλήθηκε από τσίμπημα σφήκας, κατά τη διάρκεια της εργασίας και στον τόπο αυτής, ανεξάρτητα από τυχόν αλλεργική προδιάθεση του εργαζομένου που προκάλεσε το θάνατό του (Γεν. έγγραφο 162705/24-10-67). 

ιε) Κατά την διάρκεια απεργίας,  εφ όσον προκύπτουν από την άρνηση του εργαζομένου να μετάσχει της απεργίας.

ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΩΡΟΥΝΤΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΑ

α) Δεν θεωρείται εργατικό ατύχημα, το ατύχημα που συνέβη εκτός εργασίας και δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του εργατικού ατυχήματος.

β) Δεν θεωρούνται εργατικά ατυχήματα, τα ατυχήματα, που συμβαίνουν μέσα στα σπίτια των εργαζομένων, εκτός εάν αυτοί αποδείξουν ότι τα ατυχήματα συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την εκτέλεση της εργασίας.

Π.χ. εργαζόμενος, ενώ βρίσκεται στο σπίτι του και ασχολείται με εργασίες του σπιτιού, πέφτει από την σκάλα (οποιαδήποτε σκάλα) και σπάει το χέρι του.  Δεν είναι εργατικό ατύχημα.

γ) Αυτά που συνέβησαν από πρόθεση του εργαζομένου.

δ) Η αυτοκτονία, ή απόπειρα αυτοκτονίας, εκτός αν κριθεί ότι είναι συνέπεια ψυχικού κλονισμού του αυτόχειρα, που προήλθε από την εργασία ή με αφορμή αυτή (ΑΠ 301/77, 339/76, Εφ Αθ 1054/75)

Β. ΑΣΘΕΝΕΙΑ     

Η ασθένεια, ή, η επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας, συνιστά εργατικό ατύχημα, όταν η ασθένεια εκδηλώθηκε κάτω από κανονικές συνθήκες εργασίας, ή επιδεινώθηκε από την εξακολούθηση της εργασίας με τις ίδιες συνθήκες εργασίας, ακόμη και χωρίς να γνωρίζει ο εργοδότης την εκδήλωση της ασθένειας (ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1316/2000 ΕφΑθ 3130/88, ΕφΑθ 3051/2012). Ασθένεια, που δεν οφείλεται στις κανονικά παρεχόμενες συνθήκες εργασίας, ούτε συνδέεται με αυτήν, αλλά προέρχεται από ενδογενή αίτια οφειλόμενα στην ιδιοσυστασία του οργανισμού του εργαζομένου δεν αποτελεί εργατικό ατύχημα. Ομοίως, σε περίπτωση μη παράβασης από τον εργοδότη της υποχρέωσής του να προνοεί υπέρ του εργαζομένου, η ασθένεια που προκλήθηκε, ή εκδηλώθηκε, κάτω από συνηθισμένους δυσμενείς όρους και συνθήκες παροχής της συμφωνημένης εργασίας, δεν αποτελεί εργατικό ατύχημα (ΑΠ 226/87, ΕΦΠειρ 782/1989, ΕφΑθ 3051/2012). Στο όρο ασθένεια περιλαμβάνεται και «επαγγελματική ασθένεια». Ως τέτοια χαρακτηρίζεται η νόσος, που προσβάλλει ορισμένα άτομα αποκλειστικά και μόνο λόγω του επαγγέλματός τους.

ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΟΛΟΓΙΑ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ

α) Η μετά την εκδήλωση της ασθένειας του εργαζομένου εξακολούθηση της αυτής εργασίας, που προσφέρετο υπό κανονικές συνθήκες (ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1316/2000).

β) Η επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας, που προκλήθηκε από την υπέρμετρη προσπάθεια, την οποία κατέβαλε ο εργαζόμενος για να ανταποκριθεί σε ασυνήθεις όρους εργασίας, ή στο γεγονός ότι υποχρεώθηκε να εργασθεί κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες (ΣτΕ. 4953/87, 5289/87, 5847/95). Ακόμα και όταν η επιδείνωση υφισταμένης ασθένειας, δεν εμπόδιζε τον εργαζόμενο στην εργασία του μέχρι τη στιγμή του ατυχήματος (Α.Π. 1090/85, 2619/85, 523/68).

γ) Οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, που προκλήθηκε από ασυνήθεις όρους εργασίας και δυσμενείς συνθήκες, συνιστά εργατικό ατύχημα (ΣτΕ 3350/86). Αντίθετα σε οφείλεται σε ασθένεια η χρόνια ρήξη του οπίσθιου κέρατος του έσω μηνίσκου του δεξιού γόνατος (ΕφΠειρ 231/2014).

Γ.  ΣΧΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 

Ο όρος «εργασία» αναφέρεται σε οποιαδήποτε εργασία, κατά την οποία ο εργαζόμενος, κατ εντολή του εργοδότη, θέτει στην διάθεση του εργοδότη τις σωματικές και πνευματικές ικανότητές του προς παραγωγή ενός οικονομικού αποτελέσματος, ακόμα και εάν η παραχθείσα εργασία είναι πέρα από τα καθήκοντά του, που απορρέουν από την σύμβαση εργασίας.

Δεν έχει σημασία αν η σχέση εργασίας είναι νόμιμη, ή όχι, έγκυρη, ή άκυρη, ή αν έχει υπογραφεί σύμβαση εργασίας, ή όχι. Αρκεί ο εργαζόμενος, να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες του κατά τον χρόνο του ατυχήματος.

Στην παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, εκεί δηλαδή, που ο εργαζόμενος παρέχει έναντι αμοιβής τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες του, όπως είναι οι σχέσεις εργασίας που συνάπτουν υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, κλπ, αν συμβεί ατύχημα κατά την εκτέλεση του ανατεθέντος έργου δεν έχουμε εργατικό ατύχημα και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εργατικού ατυχήματος. Όταν, όμως, παρ ότι στη σχέση αποδίδεται ο χαρακτήρας των ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του έναντι μισθού, που καταβάλλεται μηνιαίως ή περιοδικώς, ο εργοδότης ασκεί επί του εργαζομένου εποπτεία και ελέγχει την εργασία του, δίνοντάς του οδηγίες ως προς την εκτέλεση και την οργάνωσή της, καθορίζει τον τόπο, τον χρόνο, τον τρόπο και την έκταση της παροχής της εργασίας κατά τρόπο δεσμευτικό για τον εργαζόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να υπακούει και να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη, τότε έχουμε καταδολίευση των συνθηκών της παρεχόμενης εργασίας και η σχέση χαρακτηρίζεται ως σχέση εξαρτημένης εργασίας, και έχουμε εργατικό  ατύχημα.

Δ. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ 

Αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά τον χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει την βλάβη που επήλθε (ΑΠ976/2014). Συνεπώς, αν μεταξύ των παραγωγικών όρων του αποτελέσματος της σωματικής βλάβης, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περιλαμβάνεται και η ανθρώπινη ενέργεια, ή αποχή από συγκεκριμένη ενέργεια, τότε υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ενέργειας, ή παράλειψης και του αποτελέσματος, έστω και αν σύγχρονα η μεταγενέστερα συνέτρεξε προς παραγωγή του αποτελέσματος και άλλη ανθρώπινη ενέργεια, ή παράλειψη.

Μόνο όταν η αμέλεια του παθόντος, ή τρίτου προσώπου, συνετέλεσε αποκλειστικά στην επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος της σωματικής βλάβης, τότε διακόπτεται και αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης, ή παράλειψης, του δράστη και του αποτελέσματος (ΑΠ 514/2015).

Το αν η πράξη, ή η παράλειψη, ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζομένη, να επιφέρει την ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο από την πλευρά της παράβασης, ή μη, των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.