Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως προϋποθέτει, 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η κατάφαση ή η άρνηση αυτής σύμφωνα με όσα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γίνονται δεκτά, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 559 αρ.1 και αρ.19).

Β. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ, καθώς και εκείνη του άρθρου 4 παρ.1 ν. 1396/1983, συνάγεται ότι ο εργολάβος, γενικώς και στο μέτρο που ενεργεί χωρίς να εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του. Συνεπώς, ο εργοδότης είναι ανεύθυνος για τις υπαίτιες και παράνομες πράξεις του εργολάβου ή των υπ' εκείνου προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου.

Γ. Στην περίπτωση, όμως, που ο εργοδότης έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του ρητά ή σιωπηρά τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο εργολάβος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη (ΑΠ 412/2018, ΑΠ 1048/2018, ΑΠ  231/2021).