Σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 2496/1997 «Αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, μπορεί να συμφωνηθεί η απαλλαγή του ασφαλιστή στο μέτρο που από υπαιτιότητα των υποχρέων ματαιώθηκε η άσκηση του αναγωγικού του δικαιώματος», σύμφωνα δε με την παρ. 6 του άρθρου 7 του ιδίου νόμου «Με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων». Οι διατάξεις αυτές διευρύνουν την προβλεπόμενη στην παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 2496/1997 περίπτωση  απαλλαγής του ασφαλιστή από την καταβολή του ασφαλίσματος.   

Α. Κατά συνέπεια η ρήτρα «τήρησης μέτρων ασφαλείας», ως αναγκαία προϋπόθεση ισχύος της ασφαλιστικής κάλυψης αστικής ευθύνης του εργοδότη έναντι του εργατοτεχνικού προσωπικού του κατά την εκτέλεση του έργου, είναι ισχυρή, με συνέπεια για την γέννηση της υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος να απαιτείται να τηρήθηκαν τα μέτρα ασφαλείας που επιβάλλονται από το νόμο.

Β. Η απαλλακτική αυτή ρήτρα παρέχεται στον ασφαλιστή από την διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 2496/1997 και δεν αποκλείεται από την διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 33 παρ. 1 του ιδίου νόμου, που ορίζει «Κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη», ως ειδικότερη, ούτε παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης, ή του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ εαυτής στη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 8 του ίδιου νόμου, ούτε τέλος υπερβαίνει το εύρος της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 3 του νόμου αυτού (ΟλΑΠ 15/2007, ΕφΑΘ 113/2016, ΕφΑθ 2685/2018).