Γίνεται διάκριση, αν το εργατικό ατύχημα (για την έννοια του εργατικού ατυχήματος βλ. σχετική ανάρτηση) οφείλεται σε αμέλεια, ή σε δόλο, του εργοδότη.

1) Αμέλεια εργοδότη

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ και 1, 16 ν. 551/1915, όταν το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του εργοδότη, ο παθών, ασφαλισμένος στον ΕΦΚΑ, δικαιούται μόνο χρηματικής αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης, και σε περίπτωση θανάτου του χρηματικής αποζημίωσης λόγω ψυχικής οδύνης η οικογένειά του. Απαλλάσσεται δηλαδή, της ευθύνης προς αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, τόσο  κατά το κοινό δίκαιο, όσο και από την προβλεπόμενη από το ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση.

α) Για να δικαιούται ο παθών την παραπάνω αποζημίωση, λόγω αμέλειας του εργοδότη, αρκεί ότι συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια και όχι μόνον η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 182/2015). Η αμέλεια του εργοδότη στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος διακρίνεται, 1) σε γενική αμέλεια, 2) σε αμέλεια από την μη τήρηση των ειδικών διατάξεων ασφάλειας των εργαζομένων και 3) σε αμέλεια από την παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας.

1) Για την ύπαρξη γενικής αμέλειας του εργοδότη αρκεί

α) να μην καταβλήθηκε από τον εργοδότη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική.

β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ικανότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, και

γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας, ή παράλειψης και του αποτελέσματος που επήλθε.

2) Μορφή ειδικής αμέλειας συνιστά η περίπτωση που ο εργοδότης παραβίασε ειδικούς όρους για την υγιεινή και ασφάλεια του εργαζομένου, που πηγάζουν από ρητή διάταξη νόμου (ΑΠ 19/2014, ΑΠ 1299/2014).

3) Μορφή ειδικής αμέλειας συνιστά και η προβλεπόμενη στο άρθρο 662 ΑΚ γενική υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη. Το άρθρο 662 ΑΚ ορίζει ότι «ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου». Η παράβαση της διάταξης αυτής, εάν έχει ως συνέπεια σωματική βλάβη του εργαζομένου, συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη, αδικοπραξία, και ο εργοδότης υποχρεούται σε αποζημίωση του εργαζομένου (ΑΠ 11/2012).  

β) Η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του εργοδότη από την ευθύνη προς αποζημίωση για περιουσιακή ζημία από εργατικό ατύχημα χωρεί, έστω κι αν δεν έχει γίνει η καταβολή των οφειλόμενων εισφορών στον ΕΦΚΑ και ανεξάρτητα από τον χρόνο ασφάλισης του εργαζομένου σε αυτό, γιατί ο νόμος απαιτεί απλά ο εργαζόμενος, που υπέστη το ατύχημα, να υπάγεται στην ασφάλιση, χωρίς να αξιώνει και την προηγούμενη εγγραφή του στα μητρώα ασφαλισμένων του ΕΦΚΑ, ενώ είναι αδιάφορο αν έχουν καταβληθεί οι εισφορές, ή αν οφείλονται και από ποιον, αρκεί δε το ότι ο παθών δικαιούται να αξιώσει ασφαλιστικές παροχές από τον ΕΦΚΑ, χωρίς να απαιτείται να έχει λάβει πράγματι αυτές. Σημειώνεται ότι στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια και όλοι οι αλλοδαποί, οι οποίοι παρέχουν στο ελληνικό έδαφος εξαρτημένη εργασία υπό τους όρους του άρθρου 2 του αν.ν. 1846/1951, ανεξαρτήτως αν απασχολούνται προσκαίρως και αν έχουν εφοδιαστεί με άδεια παραμονής, ή εργασίας, δεδομένου ότι η άδεια αυτή δεν συνιστά κατά νόμο προϋπόθεση για την υπαγωγή τους στην ασφάλιση του ΙΚΑ (ΣτΕ 2548/2013).

Σημειώνεται ότι ο παθών εργατικό ατύχημα δικαιούται να αναζητήσει από τον ΕΦΚΑ την αποζημίωση του ν. 551/1915, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 551/1915 προσδιορίζεται ανάλογα με τον βαθμό ανικανότητας για εργασία, ή θάνατο. Η αποζημίωση αυτή αφορά μόνο περιουσιακή αποζημίωση για την βλάβη που υπέστη το σώμα του εργαζομένου (ανικανότητα προς εργασία, ή θάνατο). Δεν αφορά  χρηματική αποζημίωση για ηθική βλάβη, ή για ψυχική οδύνη των συγγενών του σε περίπτωση θανάτου του από το ατύχημα. (Για την αποζημίωση, που δικαιούται ο παθών από τον ΕΦΚΑ βλ. σχετική ανάρτηση).

2) Δόλος εργοδότη

Σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν 1846/1951, όπως αυτή ερμηνεύτηκε αυθεντικά με την διάταξη του άρθρου 212 του ν. 4512/2018, στην περίπτωση που το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη (έστω και ενδεχόμενο), ή των προστηθέντων από αυτόν, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον παθόντα, και σε περίπτωση θανάτου του στην οικογένειά του, την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου, όπως προσδιορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 922, 928 έως 932 του Αστικού Κώδικα.

α) Δόλο αποτελεί η γνώση και η θέληση του εργοδότη της πραγμάτωσης σωματικής βλάβης (ή και θάνατο) από ατύχημα του εργαζομένου. Κατά την έννοια αυτή αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει, οσάκις ο εργοδότης αποφάσισε να προχωρήσει στην πράξη της σωματικής βλάβης απλώς ελπίζοντας (ευχόμενος) ότι δεν θα επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Δεν εντάσσεται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου η «ενσυνείδητη αμέλεια» για την συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

β) Κατά την αυθεντική ερμηνεία της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν 1846/1951 με την διάταξη του άρθρου 212 του ν. 4512/2018, για να δικαιούται ο παθών την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου πρέπει ο δόλος του εργοδότη (ή του προστεθέντος από αυτόν) να οφείλεται, α) είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθ εαυτό, β) είτε ως προς την μη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, περί ασφάλειας και της υγείας στην εργασία.

γ) Η πλήρης αποζημίωση του κοινού δικαίου περιλαμβάνει την διαφορά ανάμεσα στην παροχή που ο ΕΦΚΑ κατέβαλε στον παθόντα και της αποζημίωσης που αυτός δικαιούται κατά τον Αστικό Κώδικα. Ενδεικτικά αναφέρονται, 1) Έξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, που δεν καλύφθηκαν από τον ΕΦΚΑ, 2) Απώλεια εισοδήματος κατά τον χρόνο ανικανότητας προς εργασία, έως ισόβια, που δεν καλύφθηκαν από τον ΕΦΚΑ, 3) Χρηματική αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, 4) Χρηματική αποζημίωση λόγω αναπηρίας, ή παραμόρφωσης του σώματος, 5) Αποζημίωση κηδείας και συναφών δαπανών στους συγγενείς, που δεν καλύφθηκαν από τον ΕΦΚΑ, 6) Χρηματική αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης στην οικογένεια του θανόντος, 7) Αποζημίωση λόγω απώλειας διατροφής των δικαιούχων διατροφής σε περίπτωση θανάτου του, 8) Αποζημίωση λόγω στέρησης υπηρεσιών των δικαιούχων σε περίπτωση θανάτου, κλπ.

Σημειώνεται ότι ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον ΕΦΚΑ, ότι αυτός κατέβαλε στον παθόντα, ποσά στα οποία ο ΕΦΚΑ υποκαθίσταται εκ του νόμου και ο παθών δεν νομιμοποιείται να τα αναζητήσει.

Σημειώνεται ότι, αν στην γένεση, ή στην επέλευση της ζημίας, συνετέλεσε και υπαιτιότητα (πταίσμα) του εργαζομένου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το Δικαστήριο δύναται, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαιτέρως το βαθμό του πταίσματος του εργαζομένου,  ή να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής.  Η έννοια της υπαιτιότητας του εργαζομένου πληρούται, όταν αυτός συνειδητά εκτίθεται σε κατάσταση απειλουμένης αυτοδιακινδύνευσης, όπως ενδεικτικά, α) δεν ακολούθησε τις οδηγίες του εργοδότη, β) δεν έλαβε τα ατομικά μέτρα προστασίας, που του έχουν δοθεί, γ) κατανάλωσε προηγουμένως αλκοόλ, ή  τοξικές ουσίες, κλπ.