Κατά την έννοια των άρθρων 1, 2 και 3 ν. 551/1915, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την παροχή εργασίας είναι και η νόσος του εργαζομένου, εφ όσον προήλθε, όχι από την βαθμιαία εξασθένηση και φθορά του οργανισμού του, ακόμη και αν αυτή οφείλεται στους δυσμενείς μεν, συνηθισμένους όμως και σύμφυτους προς την παροχή της, όρους της εργασίας, αλλά από έκτακτη και αιφνίδια επενέργεια κάποιου εξωτερικού αιτίου.

Αυτό συμβαίνει, είτε όταν κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφώθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες, που δεν είναι συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της, είτε στην περίπτωση που δεν αποτελεί άμεση συνέπεια της εκτέλεσης της εργασίας, συνδέεται όμως με αυτή αιτιωδώς.

Βασική προϋπόθεση για την μετατροπή των κανονικών συνθηκών εργασίας σε ασυνήθιστες και εξαιρετικά δυσμενείς, μετά την εκδήλωση της νόσου του εργαζομένου, είναι η παραβίαση της έναντι αυτού υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 154/2006, ΕφΠειρ. 482/2008).

Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εργατικό ατύχημα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 288, 299, 662, 914, 922 και 932 ΑΚ ο εργοδότης, ή τα προστηθέντα από αυτόν πρόσωπα, υποχρεούνται σε αποζημίωση του εργαζομένου και πληρωμή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, γιατί παρέλειψαν παράνομα να προστατεύσουν την ζωή και υγεία του (ΑΠ 289/2004, ΑΠ 106/2003, ΕφΘεσ 229/2004, ΕφΑθ 426/2004).