A. Η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα,ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων του, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης αυτών, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις (ΑΠ 367/2020).

B. Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 34 του ΑΝ 1846/1951: «Εάν δια δικαστικής αποφάσεωςβεβαιούται, ότι το ατύχημα εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφείλεται ειςδόλον του εργοδότου ή του υπ' αυτού προστηθέντος προσώπου, ο εργοδότης υποχρεούται όπως καταβάλη: α) Εις το Ι.Κ.Α. πάσαν την δαπάνην τούτου, την προκληθείσαν εκ της λόγω του ατυχήματος χορηγήσεως παροχών και β) Εις τον παθόντα ή εν περιπτώσει θανάτου τούτου εις τα κατά το άρθρον 28 πρόσωπα, την διαφοράν μεταξύ του ποσού της κατά τον Αστικόν Κώδικα ανηκούσης αυτοίς αποζημιώσεως και του ολικού ποσού των κατά τον παρόντα νόμον χορηγητέων αυτοίς παροχών. Δια κανονισμού ορισθήσεται ο τρόπος υπολογισμού των εν εδαφίω α' της παραγράφου ταύτης δαπανών.»

Γ. Με διάταξη του άρθρου 212 του ν. 4512/2018 «Αυθεντική ερμηνεία της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951» ερμηνεύτηκε αυθεντικά ότι η αληθής έννοια της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951 είναι ότι «ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τη δαπάνη που προβλέπεται στην περίπτωση α' της παραγράφου 2 και τη διαφορά μεταξύ του ποσού της, κατά τον Αστικό Κώδικα, αποζημίωσης και των χορηγητέων ασφαλιστικών παροχών που προβλέπεται στην περίπτωση β' της παραγράφου 2, εφόσον, με δικαστική απόφαση, διαπιστώνεται ότι το ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστεθέντος από αυτόν προσώπου, είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθεαυτό, είτε ως προς τη μη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που ορίζουν μέτρα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, εάν το ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με παραβάσεις των διατάξεων αυτών».

Δ. Με την ερμηνευτική διάταξη αποσαφηνίστηκε ότι για εργατικό ατύχημα,  που  βεβαιωθεί δικαστικώς ότι οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, ή του προστεθέντος από αυτόν, α) είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθεαυτό, β) είτε ως προς τη μη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, περί ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει, α) στον ασφαλιστικό οργανισμό, ότι αυτό κατέβαλε στον παθόντα και β) στον παθόντα, την διαφορά ανάμεσα στην παροχή που ο ασφαλιστικός οργανισμός κατέβαλε στον παθόντα και της αποζημίωσης που αυτός δικαιούται κατά τον Αστικό Κώδικα.

Ε. Επομένως στην περίπτωση που το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη (έστω και ενδεχόμενο), ή των προστηθέντων από αυτόν, α) είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθεαυτό, ή β) είτε ως προς τη μη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, περί ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, οφείλει να καταβάλει στον παθόντα και σε περίπτωση θανάτου του στην «οικογένειά του» την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου, που προσδιορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 922 και 928-932 Αστικού Κώδικα.