Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 "περί ευθύνης προς αποζημίωση των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων" και διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, εργατικό ατύχημα θεωρείται το ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επήλθε κατά την εκτέλεση εργασίας, ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη η υπάλληλο των εργασιών επιχειρήσεων των αναφερομένων στο άρθρο 2 του αυτού β.δ., δηλαδή, κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, που δεν θα λάμβανε ύπαρξη χωρίς την εργασία και την εκτέλεση της υπό τις δεδομένες περιστάσεις εκτελέσεως της και δεν ανάγεται αποκλειστικά σε οργανική, ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος (Ολ.ΑΠ 1287/1986, ΑΠ 600/1996, ΕφΑθ 1758/ 2000), εφ' όσον αυτό προκάλεσε στον εργαζόμενο ανικανότητα να εργασθεί πάνω από 4 ημέρες, ή και απώλεια ζωής.

Για να συντρέξουν οι προϋποθέσεις του εργατικού ατυχήματος απαιτείται, α) βίαιο συμβάν, β) ασθένεια, ή, επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας, γ) παροχή εργασίας και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος.

Α. Βίαιο συμβάν θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος (συμπεριλαμβάνεται και ο θάνατος) του εργαζομένου η οποία είναι, α) αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, β) δεν θα λάμβανε ύπαρξη χωρίς την εργασία και την εκτέλεση της υπό τις δεδομένες περιστάσεις εκτέλεσής της και γ) δεν ανάγεται αποκλειστικά σε οργανική, ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 600/1996, ΕφΑθ 1758/ 2000, ΕφΑθ 5095/1999, ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1316/2000). 

Β. Η ασθένεια, ή, η επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας, συνιστά εργατικό ατύχημα, όταν η ασθένεια εκδηλώθηκε κάτω από κανονικές συνθήκες εργασίας, ή επιδεινώθηκε από την εξακολούθηση της εργασίας με τις ίδιες συνθήκες εργασίας, ακόμη και χωρίς να γνωρίζει ο εργοδότης την εκδήλωση της ασθένειας (ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1316/2000 ΕφΑθ 3130/88, ΕφΑθ 3051/2012). Ασθένεια, που δεν οφείλεται στις κανονικά παρεχόμενες συνθήκες εργασίας, ούτε συνδέεται με αυτήν, αλλά προέρχεται από ενδογενή αίτια οφειλόμενα στην ιδιοσυστασία του οργανισμού του εργαζομένου δεν αποτελεί εργατικό ατύχημα. Ομοίως, σε περίπτωση μη παράβασης από τον εργοδότη της υποχρέωσής του να προνοεί υπέρ του εργαζομένου, η ασθένεια που προκλήθηκε, ή εκδηλώθηκε, κάτω από συνηθισμένους δυσμενείς όρους και συνθήκες παροχής της συμφωνημένης εργασίας, δεν αποτελεί εργατικό ατύχημα (ΑΠ 226/87, ΕΦΠειρ 782/1989, ΕφΑθ 3051/2012). Στο όρο ασθένεια περιλαμβάνεται και «επαγγελματική ασθένεια». Ως τέτοια χαρακτηρίζεται η νόσος, που προσβάλλει ορισμένα άτομα αποκλειστικά και μόνο λόγω του επαγγέλματός τους.

Γ. Ο όρος «εργασία» αναφέρεται σε οποιαδήποτε εργασία, κατά την οποία ο εργαζόμενος, κατ εντολή του εργοδότη, θέτει στην διάθεση του εργοδότη τις σωματικές και πνευματικές ικανότητές του προς παραγωγή ενός οικονομικού αποτελέσματος, ακόμα και εάν η παραχθείσα εργασία είναι πέρα από τα καθήκοντά του, που απορρέουν από την σύμβαση εργασίας. Δεν έχει σημασία αν η σχέση εργασίας είναι νόμιμη, ή όχι, έγκυρη, ή άκυρη, ή αν έχει υπογραφεί σύμβαση εργασίας, ή όχι. Αρκεί ο εργαζόμενος, να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες του κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Στην παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, εκεί δηλαδή, που ο εργαζόμενος παρέχει έναντι αμοιβής τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες του, όπως είναι οι σχέσεις εργασίας που συνάπτουν υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, κλπ, αν συμβεί ατύχημα κατά την εκτέλεση του ανατεθέντος έργου δεν έχουμε εργατικό ατύχημα και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εργατικού ατυχήματος. Όταν, όμως, παρ ότι στη σχέση αποδίδεται ο χαρακτήρας των ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του έναντι μισθού, που καταβάλλεται μηνιαίως ή περιοδικώς, ο εργοδότης ασκεί επί του εργαζομένου εποπτεία και ελέγχει την εργασία του, δίνοντάς του οδηγίες ως προς την εκτέλεση και την οργάνωσή της, καθορίζει τον τόπο, τον χρόνο, τον τρόπο και την έκταση της παροχής της εργασίας κατά τρόπο δεσμευτικό για τον εργαζόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να υπακούει και να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη, τότε έχουμε καταδολίευση των συνθηκών της παρεχόμενης εργασίας και η σχέση χαρακτηρίζεται ως σχέση εξαρτημένης εργασίας, και έχουμε εργατικό  ατύχημα.

Δ. Αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά τον χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει την βλάβη που επήλθε (ΑΠ976/2014). Συνεπώς, αν μεταξύ των παραγωγικών όρων του αποτελέσματος της σωματικής βλάβης, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περιλαμβάνεται και η ανθρώπινη ενέργεια, ή αποχή από συγκεκριμένη ενέργεια, τότε υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ενέργειας, ή παράλειψης και του αποτελέσματος, έστω και αν σύγχρονα η μεταγενέστερα συνέτρεξε προς παραγωγή του αποτελέσματος και άλλη ανθρώπινη ενέργεια, ή παράλειψη. Μόνο όταν η αμέλεια του παθόντος, ή τρίτου προσώπου, συνετέλεσε αποκλειστικά στην επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος της σωματικής βλάβης, τότε διακόπτεται και αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης, ή παράλειψης, του δράστη και του αποτελέσματος (ΑΠ 514/2015).