Α. ΓΕΝΙΚΑ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 ΑΚ, 1 και 16 του ν. 551/1915, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε, με τοβ.δ. της 24.7/25.8.1920, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, ή ψυχική οδύνη, οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Τέτοια αδικοπραξία υπάρχει όχι μόνο στην περίπτωση που συντρέχει η ειδική αμέλεια του άρθρου 16 παρ. 1 του α.ν. 551/1915, αλλά και όταν το ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και οι οποίοι δεν προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (AΠ 324/2010).

2. Η διάταξη του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη, ή τωνπροστηθέντωντου, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνον οι γενικές διατάξεις.

3. Επομένως στην περίπτωση εργατικού ατυχήματος ο παθών δικαιούται πλήρη αποζημίωση, μόνον αν το ατύχημα μπορεί να αποτελεί σε δόλο του εργοδότη, ή τωνπροστηθέντωντου, ή όταν έγινε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι  διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων σε αυτές και, συνεπώς, όχι όταν το ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση των όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς δηλαδή να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΑΠ 1858/2011)

4. Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη, ή τωνπροστηθέντωναπό αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνον η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 182/2015).

Β. ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟΝ ΕΦΚΑ

1. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του ν. 551/1915 με εκείνες των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 τουα.ν. 1846/1951 «περί κοινωνικών ασφαλίσεων» συνάγεται ότι, όταν ο παθών από εργατικό ατύχημα είναιασφαλισμένος στον ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ) τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του παθόντος αυτού. Απαλλάσσεται δηλαδή, τόσο της κατά το κοινό δίκαιο ευθύνης για αποζημίωση, όσο και της προβλεπόμενης από το ν. 551/1915 ειδικής αποζημίωσης και, μόνον αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστηθέντος από αυτόν, υποχρεούται ο εργοδότης να καταβάλει στον παθόντα την από το άρθρο 34 παρ. 2 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των υπό του ΙΚΑ χορηγούμενων παροχών. Η απαλλαγή αυτή καλύπτει και την περίπτωση της ειδικής αμέλειας κατά την οποία το ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση των διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών περί των όρων ασφάλειας. Έτσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του πρώην ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται να αξιώσει από τον εργοδότη, ούτε την αυτοτελή αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ΑΠ  182/2015).

2. Η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του εργοδότη από την ευθύνη προς αποζημίωση για περιουσιακή ζημία από εργατικό ατύχημα χωρεί, έστω κι αν δεν έχει γίνει η καταβολή των οφειλόμενων εισφορών στον ΕΦΚΑ και ανεξάρτητα από το χρόνο ασφάλισης του μισθωτού σε αυτό, γιατί ο νόμος απαιτεί απλά ο μισθωτός, που υπέστη το ατύχημα, να υπάγεται στην ασφάλιση, χωρίς να αξιώνει και την προηγούμενη εγγραφή του στα μητρώα ασφαλισμένων του Οργανισμού, ενώ είναι αδιάφορο αν έχουν καταβληθεί οι εισφορές, ή αν οφείλονται και από ποιον, αρκεί δε το ότι ο παθών δικαιούται να αξιώσει ασφαλιστικές παροχές από τον Οργανισμό, χωρίς να απαιτείται να έχει λάβει πράγματι αυτές.

3. Στην ασφάλιση υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια και όλοι οι αλλοδαποί, οι οποίοι παρέχουν στο ελληνικό έδαφος εξαρτημένη εργασία υπό τους όρους του άρθρου 2 τουαν.ν. 1846/1951, ανεξαρτήτως αν απασχολούνται προσκαίρως και αν έχουν εφοδιαστεί με άδεια παραμονής, ή εργασίας, δεδομένου ότι η άδεια αυτή δεν συνιστά κατά νόμο προϋπόθεση για την υπαγωγή τους στην ασφάλιση του ΙΚΑ (ΣτΕ2548/2013)..

4. Σε κάθε περίπτωση, ο παθών διατηρεί την αξίωση του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης) κατά του εργοδότη και του προσώπου πουπροστήθηκεαπό αυτόν, όταν το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τούτων, καθ όσον η πιο πάνω απαλλαγή από κάθε υποχρέωση για «αποζημίωση», ήτοι για αξίωση περιουσιακού χαρακτήρα, δεν καλύπτει την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, αφού καμιά παροχή χορηγούμενη από το ΙΚΑ δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό της, λόγω της διαφορετικής φύσης της αξίωσης αυτής (ΑΠ 1509/2011).

5. Διατηρεί επίσης ο παθών το δικαίωμα αποζημιώσεως εναντίον κάθε τρίτου υπαιτίου του εργατικού ατυχήματος, εφ όσον το πρόσωπο αυτό είναι διάφορο του κατά τον ν. 551/1914 υποχρέου προς αποζημίωση, δηλαδή πρόσωπο άλλο από τον εργοδότη, τους προστηθέντες από αυτόν και εργαζομένους στην επιχείρηση (ΟλΑΠ 1117/1986, AΠ 434/1992).

Γ. ΔΟΛΟΣ ΕΡΓΟΔΟΤΗ

1. Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 34 του ΑΝ 1846/1951: «Εάν δια δικαστικής αποφάσεωςβεβαιούται, ότι το ατύχημα εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφείλεται ειςδόλον του εργοδότου ή του υπ' αυτού προστηθέντος προσώπου, ο εργοδότης υποχρεούται όπως καταβάλη: α) Εις το Ι.Κ.Α. πάσαν την δαπάνην τούτου, την προκληθείσαν εκ της λόγω του ατυχήματος χορηγήσεως παροχών και β) Εις τον παθόντα ή εν περιπτώσει θανάτου τούτου εις τα κατά το άρθρον 28 πρόσωπα, την διαφοράν μεταξύ του ποσού της κατά τον Αστικόν Κώδικα ανηκούσης αυτοίς αποζημιώσεως και του ολικού ποσού των κατά τον παρόντα νόμον χορηγητέων αυτοίς παροχών. Δια κανονισμού ορισθήσεται ο τρόπος υπολογισμού των εν εδαφίω α' της παραγράφου ταύτης δαπανών.»

2. Με διάταξη του άρθρου 212 του ν. 4512/2018 «Αυθεντική ερμηνεία της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951» ερμηνεύτηκε αυθεντικά ότι η αληθής έννοια της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951 είναι ότι «ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τη δαπάνη που προβλέπεται στην περίπτωση α' της παραγράφου 2 και τη διαφορά μεταξύ του ποσού της, κατά τον Αστικό Κώδικα, αποζημίωσης και των χορηγητέων ασφαλιστικών παροχών που προβλέπεται στην περίπτωση β' της παραγράφου 2, εφόσον, με δικαστική απόφαση, διαπιστώνεται ότι το ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστεθέντος από αυτόν προσώπου, είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθεαυτό, είτε ως προς τη μη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που ορίζουν μέτρα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, εάν το ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με παραβάσεις των διατάξεων αυτών».

3. Με την ερμηνευτική διάταξη αποσαφηνίστηκε ότι για εργατικό ατύχημα, που βεβαιωθεί δικαστικώς ότι οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, ή του προστεθέντος από αυτόν, α) είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθεαυτό, β) είτε ως προς τη μη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, περί ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει, α) στον ασφαλιστικό οργανισμό, ότι αυτό κατέβαλε στον παθόντα και β) στον παθόντα, την διαφορά ανάμεσα στην παροχή που ο ασφαλιστικός οργανισμός κατέβαλε στον παθόντα και της αποζημίωσης που αυτός δικαιούται κατά τον Αστικό Κώδικα.

4. Επομένως στην περίπτωση που το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη (έστω και ενδεχόμενο), ή των προστηθέντων από αυτόν, α) είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθεαυτό, ή β) είτε ως προς τη μη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, περί ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, οφείλει να καταβάλει στον παθόντα και σε περίπτωση θανάτου του στην «οικογένειά του» την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου, που προσδιορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 922, 928-932 του Αστικού Κώδικα.

5. Ενδεικτικά αναφέρονται, α) Εξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, που δεν καλύφθηκαν από τον ασφαλιστικό οργανισμό, β) Απώλεια εισοδήματος κατά τον χρόνο ανικανότητας προς εργασία, έως ισόβια, που δεν καλύφθηκαν από τον ασφαλιστικό οργανισμό, γ) Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δ) Αποζημίωση λόγω αναπηρίας, ή παραμόρφωσης του σώματος, ε) Αποζημίωση κηδείας και συναφών δαπανών στους συγγενείς, που δεν καλύφθηκαν από τον ασφαλιστικό οργανισμό, στ) Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους συγγενείς, ζ) Αποζημίωση λόγω απώλειας διατροφής των δικαιούχων διατροφής σε περίπτωση θανάτου του, η) Αποζημίωση λόγω στέρησης υπηρεσιών των δικαιούχων σε περίπτωση θανάτου.