Σύμφωνα με τον ν. 4557/2018, που ενσωματώνει στην ελληνική έννομη τάξη την Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20/5/2015, για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας) τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν να εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή κάθε προϊόν ή συναλλαγή που ενδέχεται να ευνοήσει την ανωνυμία και η οποία από τη φύση της ή από στοιχεία που αφορούν στο πρόσωπο ή στην ιδιότητα του συναλλασσομένου μπορεί να συνδεθεί με σχέδια διάπραξης των αδικημάτων και λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή αυτού του κινδύνου.

Ύποπτη συναλλαγή (δραστηριότητα) θεωρείται η συναλλαγή, που εκτιμάται ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις, ή υπόνοιες, για πιθανή απόπειρα, ή διάπραξη των αδικημάτων παράνομης νομιμοποίησης εσόδων, ή εμπλοκή του πελάτη, ή του πραγματικού δικαιούχου, σε εγκληματικές δραστηριότητες.

Ασυνήθης συναλλαγή (δραστηριότητα) θεωρείται η συναλλαγή,  που δεν συνάδει με την συναλλακτική, επιχειρηματική, ή επαγγελματική, συμπεριφορά του πελάτη, ή του πραγματικού δικαιούχου, ή με την οικονομική τους επιφάνεια, ή που δεν έχει προφανή σκοπό ή κίνητρο οικονομικής, επαγγελματικής ή προσωπικής φύσης.

Η αξιολόγηση της ύποπτης ή ασυνήθους, συναλλαγής γίνεται με βάση των στοιχείων της συναλλαγής, όπως, α) η φύση της συναλλαγής, β) η κατηγορία του χρηματοπιστωτικού μέσου, γ) η συχνότητα και η πολυπλοκότητα της συναλλαγής, δ) το ύψος της συναλλαγής, ε) η χρήση ή μη μετρητών, στ) το επάγγελμα, η οικονομική επιφάνεια, η συναλλακτική, ή επιχειρηματική, συμπεριφορά, η φήμη και το παρελθόν του πελάτη, ζ) το επίπεδο διαφάνειας του νομικού προσώπου του πελάτη.

Τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν

α) Να ζητήσουν πρόσθετα έγγραφα, που να δικαιολογούν και πιστοποιούν την σκοπιμότητα της συναλλαγής και την προέλευση των κεφαλαίων.

β) Όταν μάθουν ότι ο πελάτης κατηγορείται για φοροδιαφυγή,  να εφαρμόσουν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας.

γ) Όταν μάθουν ότι ο πελάτης το ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα των εργαζομένων του μπορεί να το χρησιμοποιήσει για λήψη δανείου, να εφαρμόσουν την διαδικασία της δέουσας επιμέλειας.  

δ) Όταν γίνει διάπραξη ληστείας και ο κατηγορούμενος θέλει να κάνει ασφάλιση ζωής με επενδυτικά χαρακτηριστικά, να λάβουν μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας.

ε) Όταν ο πελάτης θέλει να κάνη ασφάλισης ζωής με υψηλό ετήσιο ασφάλιστρο και να το πληρώσει σε μετρητά, να ενεργοποιήσουν την διαδικασία αυξημένης δέουσας επιμέλειας.  

στ) Εάν πληροφορηθούν, ή υποπτεύονται, ότι η συναλλαγή σχετίζεται με παράνομη νομιμοποίηση, να απέχουν από την διενέργεια της συναλλαγής και να ενημερώνουν αμελλητί, με δική τους πρωτοβουλία, την Αρχή, παρέχοντας όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες και στοιχεία.

ζ) Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζουν τις επιχειρηματικές σχέσεις και συναλλαγές με πελάτες που προέρχονται από χώρες που χαρακτηρίζονται από τη F.A.T.F. ως μη αξιόπιστες χώρες.

η) Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αποφεύγουν την διενέργεια συναλλαγών, την άσκηση δραστηριοτήτων ή την παροχή υπηρεσιών, για τις οποίες γνωρίζουν ή υποπτεύονται ότι συνδέονται με αδικήματα ξεπλύματος χρήματος. Αν όμως η αποφυγή της διενέργειας, της άσκησης ή της παροχής είναι αδύνατη, ή ενδέχεται να εμποδίσει τη δίωξη των πελατών, των πραγματικών δικαιούχων, ή των προσώπων για λογαριασμό των οποίων ενεργούν οι πελάτες, οι Εταιρείες εκτελούν τις συναλλαγές, ασκούν τις δραστηριότητες, ή παρέχουν τις υπηρεσίες, ενημερώνοντας ταυτόχρονα την Εθνική Αρχή.

θ) Μετά την εξέταση των υπόπτων-ασυνήθων συναλλαγών, εάν υφίσταται υπόνοια απόπειρας, ή διάπραξης νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, πρέπει να υποβάλλουν αναφορά ασυνήθους ή ύποπτης συναλλαγής στην Εθνική Αρχή. Στην υποχρέωση αναφοράς εμπίπτουν και ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές που έγινε απόπειρα εκτέλεσής τους, αλλά δεν ολοκληρώθηκαν.

ι) Τα αποτελέσματα της εξέτασης των ύποπτων συναλλαγών τηρούνται εγγράφως, ή σε ηλεκτρονική μορφή.