Α. Η λήψη και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέσω κλειστών κυκλωμάτων τηλεοράσεως, εγκατεστημένων σε ιδιωτικούς χώρους από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών, ή οικιακών, εκφεύγει από το πεδίο εφαρμογής του Νέου Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (GDPR), που ενσωματώθηκε στην έννομη τάξη με τον ν. 4624/2019. Επομένως, εάν οι κάμερες καταγράφουν αποκλειστικά ιδιωτικό χώρο, δεν εφαρμόζεται η νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα, και οι σχετικές υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή.

Β. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και απαγορεύεται, οσάκις από εγκατεστημένο σε ιδιωτικό χώρο κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης βιντεοσκοπούνται, με τη χρήση καμερών, κοινόχρηστοι εξωτερικοί χώροι, όπως μεταξύ άλλων είναι γειτονικοί ιδιωτικοί χώροι (πολυκατοικίες, διαμερίσματα κλπ) που ανήκουν σε τρίτους και παρέχεται στον ιδιοκτήτη του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης η δυνατότητα λήψεως, αποθηκεύσεως ή άλλης περαιτέρω επεξεργασίας, της εικόνας τρίτων προσώπων, γιατί τότε πρόκειται για λήψη και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τρίτων προσώπων.

Γ. Αν η κάμερα δεν εστιάζει αποκλειστικά στον ιδιωτικό χώρο του βιντεοσκοπούντος, ο βιντεοσκοπούμενος μπορεί κατ’ αρχήν  να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχει ο GDPR και ιδίως το δικαίωμα πρόσβασης και εναντίωσης. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να ζητήσει και να λάβει κάθε πληροφορία σχετικά με την επεξεργασία (σκοπό, είδος των δεδομένων που συλλέγονται, αποδέκτες, ή κατηγορίες αποδεκτών, χρόνο τήρησης δεδομένων, κλπ), καθώς επίσης και να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας (βιντεοσκοπούντα) να του επιδείξει, ή να του δώσει αντίγραφο του βιντεοσκοπικού υλικού.

Δ. Ο βιντεοσκοπούμενος μπορεί να εκφράσει την αντίρρησή του στην επεξεργασία και να ζητήσει εναντίωση στην επεξεργασία (άρθρο 21 GDPR), διαγραφή των δεδομένων (άρθρο 17 GDPR), ή «περιορισμό» της επεξεργασίας (άρθρο 18 GDPR). Το αίτημα πρέπει να είναι αιτιολογημένο, δηλαδή να εξηγούνται στον υπεύθυνο επεξεργασίας οι λόγοι για τους οποίους η επεξεργασία δεν είναι νόμιμη κατά την γνώμη του. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να απαντήσει χωρίς καθυστέρηση και, σε κάθε περίπτωση εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος (άρθρο 12 παρ. 3 GDPR). Αν δεν απαντήσει, ή αν η απάντηση δεν είναι ικανοποιητική, τότε ο αιτών μπορεί να προβεί σε καταγγελία στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.

Ε. Δεν υφίσταται υποχρέωση απάντησης, αν η επεξεργασία περιορίζεται σε λήψη εικόνας αποκλειστικά ιδιωτικού χώρου του βιντεοσκοπούντος.  

ΣΤ. Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι σε θέση να βεβαιώσει παράβαση, καθώς για να συμβεί αυτό απαιτείται έλεγχος εντός κατοικίας, τον οποίο η Αρχή δεν έχει δυνατότητα να πραγματοποιήσει (άρθρο 9 του Συντάγματος). Επομένως, αν δεν υπάρχει οπτικό υλικό από το οποίο να προκύπτει η εμβέλεια των καμερών, είναι εξαιρετικά δύσκολο να τεκμηριωθεί η εφαρμογή της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα. Στις περιπτώσεις αυτές η Αρχή δρα ενημερωτικά και συμβουλευτικά.

Ζ. Σε κάθε περίπτωση ο βιντεοσκοπούμενος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα από το άρθρο 57 ΑΚ, περί προσβολής της προσωπικότητας, και να αξιώσει  χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι ο GDPR προβλέπει ότι σε κάθε παραβίαση στην επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, ο υπαίτιος υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση, αν δε προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη σε αποζημίωση υπάρχει και όταν ο βιντεοσκοπών  όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη στον βιντεοσκοπούμενο (ΑΠ 2244/2013, ΑΠ 163/2020).