Α. Η προστασία του απορρήτου σε κάθε μορφής επικοινωνία αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα και νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων (άρθρο 19 του Συντάγματος). Η διαδικασία για τη νόμιμη άρση του απορρήτου καθορίζεται λεπτομερώς στην ισχύουσα νομοθεσία.

Β. Η παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών είναι ποινικό αδίκημα. Επισύρει την επιβολή διοικητικών κυρώσεων έναντι παρόχων ηλεκτρονικών επικοινωνιών (σύσταση, χρηματικό πρόστιμο, ανάκληση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών), από την ΑΔΑΕ και άλλες Δημόσιες Αρχές.

Γ. Τα ηλεκτρονικά μηνύματα εμπίπτουν στο απόρρητο των επικοινωνιών και  προστατεύονται κατά την παρ. 1 του άρθρου 19 Συντάγματος μόνο κατά το στάδιο της επικοινωνίας. Μετά την ολοκλήρωση της επικοινωνίας, τα ηλεκτρονικά μηνύματα που διατηρεί ο αποστολέας ή ο παραλήπτης τους σε τυπωμένη μορφή, ή στον υπολογιστή του, χωρίς χρήση κωδικού πρόσβασης, δεν εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 19 παρ. 1 Συντάγματος, αλλά σε εκείνο των διατάξεων 9 και 9 Α του Συντάγματος.

Δ. Σύμφωνα με την αριθμό  6/2008 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο σκληρός δίσκος ενός υπολογιστή δεν αποτελεί είδος επικοινωνίας και συνεπώς, τα στοιχεία τα οποία βρίσκονται αποθηκευμένα στο σκληρό δίσκο ηλεκτρονικών υπολογιστών δεν εμπίπτουν στην προστατευτική σφαίρα του απορρήτου της επικοινωνίας.