Α. Η με τον Νέο Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR), που ενσωματώθηκε στην έννομη τάξη με τον ν. 4624/2019, η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν εξικνείται μέχρι της πλήρους απαγορεύσεως της επεξεργασίας τους, αλλά στη θέσπιση όρων και προϋποθέσεων, υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή η επεξεργασία τους, ούτως ώστε να επιτευχθεί μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος αυτού, και της ικανοποιήσεως και άλλων συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων (ΣτΕ 1616/2012, ΣτΕ 2254/2005), όπως είναι το δικαίωμα της έννομης προστασίας (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος) και της επιχειρηματικής ελευθερίας (άρθρα 5 και 106 παρ.2 Συντάγματος).

Β. Τέτοιο έννομο συμφέρον αποτελεί η άσκηση της οικονομικής ελευθερίας του εργοδότη καθώς και η άσκηση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου και ιδίως η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προσκόμιση των προσωπικών δεδομένων από τον εργοδότη ενώπιον του δικαστηρίου και διοικητικών ή ανεξάρτητων αρχών για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του. Μπορεί να είναι κάθε είδους δικαστήρια, πολιτικά, ποινικά ή διοικητικά, με οποιαδήποτε διαδικασία, και με οποιαδήποτε ιδιότητα και αν μετέχει ο εργοδότης, όπως ενάγων ή εναγόμενος.

Γ. Όπως έχει κρίνει κατ επανάληψη η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, η χρήση ενώπιον δικαστηρίου προσωπικών δεδομένων που έχουν συλλεγεί χωρίς προηγούμενη συναίνεση του ενδιαφερομένου είναι θεμιτή αν «ο επιδιωκόμενος σκοπός της προάσπισης των δικαιωμάτων δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα» (Αρχή Προστασίας Δεδομένων, 8/2005, 9/2005 και 57/2009).

Δ. Επομένως, προς απόδειξη ενώπιον Δικαστηρίου αθέμιτης και επιζήμιας για τον εργοδότη συμπεριφοράς εργαζομένου, είναι θεμιτή η αποκάλυψη και προσκόμιση στο Δικαστήριο κρίσιμων προσωπικών δεδομένων του εργαζομένου, που συνελέγησαν χωρίς προηγούμενη συναίνεση του. Η αποκάλυψη και προσκόμιση στο Δικαστήριο των δεδομένων είναι αυτών είναι θεμιτή για την άσκηση του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας του εργοδότη (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος), προκειμένου να διασφαλισθεί το δικαίωμα της επιχειρηματικής ελευθερίας του (άρθρα 5 και 106 παρ.2 Συντάγματος), αλλά και σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 9 Α του Συντάγματος και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

Ε. Επομένως, αρχεία, που ανασύρθηκαν από την εργοδότη από τον ηλεκτρονικό  υπολογιστή εργαζομένου, και ήλθαν σε γνώση του, χωρίς την συγκατάθεση του εργαζομένου και χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την άρση του απορρήτου, δεν συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 1/2017).