Α. Από το συνδυασμό των άρθρων 867 επ. ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία, με συμφωνία, οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, υφιστάμενες ή μέλλουσες να προέλθουν από ορισμένη σχέση (πλην των εργατικών διαφορών), αν εκείνοι, που την συνομολόγησαν έχουν την εξουσία, να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Οι διαφορές αυτές δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικώς, αλλά αρκεί στην διαιτητική συμφωνία να υπάρχει σχετική γενική ρήτρα με την διατύπωση ότι στην περί διαιτησίας συμφωνία υπάγονται οι από τη σύμβαση μέλλουσες να προκύψουν διαφορές, ή με άλλη παρόμοια διατύπωση.

Β. Η συμφωνία καταρτίζεται εγγράφως. Έγγραφη θεωρείται η συμφωνία και αν καταρτίστηκε με ανταλλαγή ενυπόγραφων επιστολών, τηλεγραφημάτων, τηλετυπημάτων ή ενυπόγραφων τηλεομοιοτύπων. Αν αυτοί που συνομολόγησαν την συμφωνία εμφανιστούν στους διαιτητές και λάβουν ανεπιφύλακτα μέρος στη διαιτητική διαδικασία, η έλλειψη εγγράφου θεραπεύεται.

Γ. Η συμφωνία για διαιτησία μπορεί να γίνει και ενώπιον δικαστηρίου, ή  εντεταλμένου δικαστή κατά την συζήτηση της υπόθεσης. Αν είναι εκκρεμής δίκη σε δικαστήριο, η συμφωνία για διαιτησία πρέπει να προτείνεται κατά την συζήτηση,  διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Και στις δύο περιπτώσεις το δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση στην διαιτησία, διατηρούνται, όμως, οι συνέπειες της άσκησης της αγωγής. Αν πάψει να ισχύει η συμφωνία της διαιτησίας, η υπόθεση επαναφέρεται στο δικαστήριο με κλήση.

Δ. Διαιτητές μπορούν να οριστούν ένας, ή περισσότεροι, ως και δικαστές (μονομελής διαιτησία), ή ολόκληρο δικαστήριο. Δεν μπορεί να ασκήσει διαιτητικά έργα δικαστής, που δεν έχει συμπληρώσει πενταετή τουλάχιστον συνολική δικαστική υπηρεσία.

Ε. Αν με την συμφωνία για διαιτησία δεν ορίζονται οι διαιτητές, ή ο τρόπος του ορισμού τους, το κάθε μέρος ορίζει ένα διαιτητή. Συμφωνία με την οποία ορίζεται ότι το ένα από τα μέρη θα ορίσει διαιτητή και για το άλλο μέρος, ή, ότι τα μέρη μπορούν να ορίσουν άνισο αριθμό διαιτητών, είναι άκυρη

ΣΤ. Αν οι διαιτητές δεν ορίζονται με την συμφωνία για διαιτησία, το κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καλέσει το άλλο εγγράφως να ορίσει το διαιτητή, ή τους διαιτητές, μέσα σε προθεσμία (8) τουλάχιστον εργασίμων ημερών, γνωστοποιώντας στο έγγραφο και τον διαιτητή, ή τους διαιτητές, που το ίδιο ορίζει. Το μέρος στο οποίο απευθύνεται η κλήση οφείλει, μέσα στην οριζόμενη προθεσμία, να ανακοινώσει σε εκείνον που το καλεί, το διαιτητή ή τους διαιτητές που αυτό ορίζει.

Ζ. Αν ο διαιτητής, που όρισε ένα από τα μέρη, πεθάνει, ή, για οποιοδήποτε λόγο αρνείται, ή κωλύεται, να διενεργήσει την διαιτησία, ή εξαιρεθεί, το άλλο μέρος μπορεί να καλέσει εγγράφως το μέρος που όρισε αυτόν τον διαιτητή να ορίσει άλλον μέσα σε προθεσμία (8) τουλάχιστον εργασίμων ημερών. Το μέρος στο οποίο απευθύνεται η κλήση οφείλει μέσα στην οριζόμενη προθεσμία να ανακοινώσει σε εκείνον που το καλεί το διαιτητή που αυτό ορίζει.

Η. Αν κατά την συμφωνία για διαιτησία τρίτος ορίζει το διαιτητή, ή τους διαιτητές, καθένα από τα μέρη μπορεί, να καλέσει τον τρίτο εγγράφως να ορίσει, μέσα σε προθεσμία (8) τουλάχιστον εργασίμων ημερών, τον διαιτητή ή τους διαιτητές και να το ανακοινώσει σε εκείνον που καλεί.

Θ. Αν δεν οριστεί εμπρόθεσμα ο διαιτητής, ή οι διαιτητές, και η συμφωνία για διαιτησία δεν ορίζει διαφορετικά, τους ορίζει με αίτηση το μονομελές πρωτοδικείο. Αρμόδιο είναι το μονομελές πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ορίζει η συμφωνία ότι θα διενεργηθεί η διαιτησία, διαφορετικά το μονομελές πρωτοδικείο της κατοικίας όποιου υποβάλλει την αίτηση ή, αν δεν υπάρχει κατοικία, της διαμονής του. Αν δεν υπάρχει και διαμονή, το μονομελές πρωτοδικείο της πρωτεύουσας του Κράτους. Η αίτηση δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και έχουν δικαίωμα να την υποβάλουν και τα μέρη που συνομολόγησαν την συμφωνία για διαιτησία. Η απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα. Αίτηση για ανάκληση, ή για μεταρρύθμιση, της απόφασης είναι απαράδεκτη μετά την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας.

Ι. Ο διαιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να δεχτεί το διορισμό του. Όποιος αποδέχτηκε τον ορισμό του ως διαιτητή, μπορεί για σοβαρό λόγο να αρνηθεί να εκπληρώσει τα καθήκοντα του, ύστερα από άδεια του δικαστηρίου. Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια.

ΙΑ. Το μέρος που καλεί για συζήτηση προκαταβάλλει το μισό της αμοιβής του διαιτητή,  το οποίο ορίζεται από τον νόμο. Με την διαιτητική απόφαση γίνεται ο τελικός καθορισμός της αμοιβής και των εξόδων της διαιτησίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του γραμματέα.

ΙΒ. Αν η διεξαγωγή της διαιτησίας, ή η έκδοση της διαιτητικής απόφασης, καθυστερεί και δεν ορίζεται με την συμφωνία προθεσμία για την έκδοσή της, το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση ενός από τα μέρη τάσσει εύλογη προθεσμία για τον παραπάνω σκοπό. Η αίτηση δικάζεται κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Η απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα, αλλά μετά τη δημοσίευσή της μπορεί να ανακληθεί,  ή μεταρρυθμισθεί από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύπτουν νέα πραγματικά περιστατικά, ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από την οποία εκδόθηκε (ΑΠ 906/1993).

ΙΓ. Η συμφωνία για διαιτησία παύει να ισχύει κατά τους όρους της συμφωνίας. Εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά από την ίδια την συμφωνία, η συμφωνία παύει, α) αν οι διαιτητές πεθάνουν, ή δεν αποδεχτούν τον ορισμό τους και δεν έχουν οριστεί αντικαταστάτες, ή ο τρόπος της αντικατάστασής τους, β) αν περάσει η προθεσμία της ισχύος της συμφωνίας, που ορίστηκε από την ίδια τη συμφωνία, ή, η προθεσμία για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, ή, η προθεσμία που έχει ορισθεί από το δικαστήριο και γ) αν οι συμβαλλόμενοι συνομολόγησαν εγγράφως την κατάργηση της συμφωνίας.

ΙΔ. Κατά την διαιτητική διαδικασία τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, τηρείται η αρχή της ισότητας και πρέπει να καλούνται να παραστούν κατά τις συζητήσεις, να αναπτύξουν, κατά την κρίση των διαιτητών, προφορικώς ή εγγράφως, τους ισχυρισμούς τους και να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά με την συμφωνία, η υπόθεση δικάζεται και αν τα συμβαλλόμενα μέρη,  ή ένα από αυτά, δεν προσέλθουν, ή δεν αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους, ή δεν προσκομίσουν τις αποδείξεις τους.

ΙΕ. Η διαιτητική απόφαση συντάσσεται εγγράφως και να υπογράφεται ιδιοχείρως από τον διαιτητή. Αν κάποιος από τους διαιτητές, αρνείται, ή κωλύεται, να υπογράψει, πρέπει αυτό να βεβαιώνεται στο έγγραφο της απόφασης καθώς και ότι εκείνος που αρνείται, ή κωλύεται, έλαβε μέρος στην διαιτητική διαδικασία και στην διάσκεψη, και να υπογράφεται από την πλειοψηφία των διαιτητών.

ΙΣΤ. Η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται από τη στιγμή που θα υπογραφεί. Ο διαιτητής είναι υποχρεωμένος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από την συμφωνία διαιτησίας, να καταθέσει το πρωτότυπο της διαιτητικής απόφασης στην γραμματεία του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας στην οποία εκδόθηκε και να παραδώσει αντίγραφά της σε αυτούς που συνομολόγησαν την συμφωνία διαιτησίας.

ΙΖ. Οι αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδίδονται κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά την διάρκεια της διαιτησίας, δεν ελέγχεται από άποψη νομιμότητας, με αγωγή ακύρωσης κατά της διαιτητικής απόφασης, εκτός αν είναι ανύπαρκτη για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται από το άρθρο 313 ΚΠολΔ.

ΙΗ. Με αίτηση ενός από αυτούς που συνομολόγησαν την συμφωνία, μπορεί, με  τήρηση των διατάξεων των άρθρων 315 και 316 ΚΠολΔ, να γίνει διόρθωση, ή ερμηνεία, της διαιτητικής απόφασης από εκείνους που την εξέδωσαν.

ΙΘ. Η διαιτητική απόφαση αποτελεί δεδικασμένο και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 ΚΠολΔ.

Κ. Η διαιτητική απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα. Μπορεί, όμως, να ακυρωθεί ολικά, η εν μέρει, με δικαστική απόφαση, ύστερα από αγωγή ακύρωσης, η οποία εκδικάζεται κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.. από το Εφετείο στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε, μόνο για τους περιοριστικά καθοριζόμενους στο άρθρο 897 ΚΠολΔ λόγους, μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την κοινοποίησή της, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης έχουν δικαίωμα να ζητήσουν εκείνοι που συνομολόγησαν την συμφωνία για την διαιτησία και καθ ένας που έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή απευθύνεται εναντίον όλων όσων συνομολόγησαν την συμφωνία διαιτησίας. Η παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης αγωγής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης πριν από την έκδοσή της είναι άκυρη. Η άσκηση της αγωγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Εφ όσον, όμως η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτά, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί, κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, να χορηγήσει αναστολή, με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής, αν πιθανολογεί την ευδοκίμηση κάποιου λόγου ακύρωσης. Κατά της ακυρωτικής απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται άσκηση αίτησης αναίρεσης (βλ. ανάρτηση «Ακύρωση διαιτητικής απόφασης»).