Η σύμβαση μεσεγγύησης, που καταρτίζεται μεταξύ πλειόνων παρακαταθετών, διέπεται από την διάταξη του άρθρου 831 ΑΚ και διαφοροποιείται από την δικαστική μεσεγγύηση του άρθρου 725 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου το δικαστήριο, αν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, την νομή, ή την κατοχή, ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά, σχετική με κινητά, ή ακίνητα, κλπ, δύναται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την δικαστική μεσεγγύησή των.

Με την σύμβαση μεσεγγύησης του άρθρου 831 ΑΚ, εάν δύο ή περισσότεροι ερίζουν για ένα πράγμα (κινητό, ή ακίνητο) μπορούν για την εξασφάλιση των αμφισβητούμενων, ή αβέβαιων, δικαιωμάτων τους, πάνω σε αυτό, να συμφωνήσουν, να παραδώσουν το πράγμα σε τρίτο (μεσεγγυούχο) προς διασφάλιση-φύλαξή του, μέχρις ότου λυθεί η διαφορά των, είτε συναινετικά, είτε με δικαστική απόφαση, οπότε και υποχρεούται να  αποδώσει το πράγμα.

Η σύμβαση μεσεγγύησης είναι άτυπη, καταρτιζόμενη μόνο μεταξύ πλειόνων παρακαταθετών. Η δημιουργούμενη σχέση είναι σχέση αδιαίρετου δικαίου. Η απόδοση του πράγματος οφείλεται μόνον σε εκείνον από τους περισσοτέρους ενδιαφερομένους, στον οποίο το πράγμα περιέρχεται, όταν αρθεί η αμφισβήτηση, ή η αβεβαιότητα, που θα αναγνωρισθεί ως δικαιούχος, είτε με συμφωνία των μερών, είτε μετά τελεσίδικη, ή ανέκκλητη, δικαστική απόφαση που τέμνει την διαφορά, η οποία προκάλεσε το διορισμό μεσεγγυούχου. Από περισσότερους ενδιαφερομένους διατάσσεται η απόδοση σε εκείνον που αναγνωρίστηκε με την απόφαση ως δικαιούχος. Η απόδοση του πράγματος δεν μπορεί να γίνει, πριν αρθεί η αμφισβήτηση των δικαιωμάτων των περισσοτέρων ενδιαφερομένων επί του πράγματος.

Ο μεσεγγυούχος υποχρεούται σε απόδοση του πράγματος μόνο με την συναίνεση όλων των καταθετών, ή μετά από δικαστική απόφαση, που ορίζει ένα ή περισσότερους απ' αυτούς ως δικαιούμενους, να παραλάβουν το πράγμα. Εφ όσον δεν συντρέχει μια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 831 ΑΚ περιπτώσεις, δεν θεμελιώνεται σε βάρος του μεσεγγυούχου υποχρέωση προς απόδοση του πράγματος.

Με την σύμβαση μεσεγγύησης δημιουργείται αυτοδέσμευση των καταθετών και έτσι ο μεσεγγυούχος στερείται του δικαιώματος να αποδώσει το πράγμα στους καταθέτες.

Η σύμβαση μεσεγγύησης διαφέρει από την σύμβαση παρακαταθήκης, η οποία αποβλέπει στην φύλαξη του πράγματος, γιατί στη μεσεγγύηση η φύλαξη του πράγματος αποτελεί το μέσο για την επίτευξη ενός περαιτέρω σκοπού, ο οποίος είναι η εξασφάλιση του πράγματος, μέχρις ότου αρθεί η αμφισβήτηση, ή, η αβεβαιότητα, των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων επί του πράγματος, που αποτελεί προϋπόθεση της μεσεγγύησης. Στη μεσεγγύηση η απόδοση του πράγματος εξαρτάται από την πλήρωση της αίρεσης, που είναι, είτε η συμφωνία των μερών, είτε η δικαστική απόφαση.

Κατά την έννοια και το σκοπό της συμβατικής μεσεγγύησης τα αντίπαλα δικαιώματα των διαδίκων τίθενται σε προσωρινή αδράνεια, μέχρι την συμβατική επίλυση της διαφοράς τους, ή την έκδοση δικαστικής απόφασης επί της κυρίας διαγνωστικής δίκης, μετά την οποία ο μεσεγγυούχος, που ταυτίζεται με το θεματοφύλακα, υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα αυτούσιο στο δικαιούχο.

Στην αγωγή με αίτημα την απόδοση του πράγματος, για να είναι ορισμένη, πρέπει να εκθέτονται όλα τα ανωτέρω περιστατικά, που να θεμελιώνουν υπέρ του ενάγοντος το δικαίωμα προς παραλαβή του πράγματος (ΑΠ 1025/1976, ΕφΑθ 6209/2003, ΕφΑθ 4790/2011).