Εγγυοδοσία ονομάζεται η εξασφάλιση που παρέχεται με μετρητά, χρεώγραφα, κλπ, από ένα πρόσωπο για την καλή εκπλήρωση των καθηκόντων του, ή άλλου οφειλέτη, ή τρίτου για την εκπλήρωση συγκεκριμένης υποχρέωσής του.

Η σύμβαση εγγυοδοσίας αποτελεί σύμβαση «suis generis» και θεμελιώνεται στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), αποτελεί δε εξασφαλιστική σύμβαση, και ορίζεται  ως, η αυτόνομη υπόσχεση που ένα πρόσωπο (ο εγγυοδότης) δίνει προς τρίτο (τον εγγυολήπτη) ότι θα ευθύνεται απέναντί του για την περίπτωση, που θα πραγματοποιηθεί κάποιος κίνδυνος, που αφορά τον τελευταίο (ΑΠ 1261/2004).

Η νομιμότητα της αιτίας της κυρίας σύμβασης δεν επιδρά στο κύρος της εγγυοδοτικής, καθ ότι η ευθύνη του εγγυοδότη έχει αυτόνομο χαρακτήρα. Ερευνάται, μόνο, η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων, που θέτει η ίδια η εγγυοδοτική σύμβαση (ΕφΑθ 2249/1986, ΑΠ  1384/2013).

Η σύμβαση εγγυοδοσίας διαφέρει από την σύμβαση εγγύησης, καθ ότι  με την σύμβαση της εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή, να εκπληρώσει ο ίδιος την παροχή του πρωτοφειλέτη, αν δεν το κάνει ο πρωτοφειλέτης (ΑΚ 847), ενώ με την σύμβαση εγγυοδοσίας η ευθύνη του οφειλέτη είναι κύρια και όχι επικουρική (ΑΠ 1261/2004).

Η σύμβαση εγγυοδοσίας διαφέρει και από την δικαστική εγγυοδοσία των άρθρων 162 επ. ΚΠολΔ, όπου το δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος, διατάζει εγγυοδοσία στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος, εκτιμώντας ελεύθερα και καθορίζοντας το μέγεθος της ποσότητας που πρέπει να δοθεί, καθώς και την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να γίνει η παροχή αυτή.