Κατά το άρθρο 455 ΑΚ, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε τρίτο την απαίτησή του χωρίς την συναίνεση του οφειλέτη. Κατά δε το άρθρο 460 ΑΚ ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη (και στους τρίτους) πριν ο ίδιος, ή ο εκχωρητής, αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη. 

Εκχώρηση, επομένως, είναι η σύμβαση με την οποία ο δανειστής (εκχωρητής) μεταβιβάζει την απαίτησή του σε τρίτον (εκδοχέα), όπου συμβαλλόμενοι είναι μόνο ο εκχωρητής και ο εκδοχέας, χωρίς να απαιτείται συναίνεση του οφειλέτη.

Προϋποθέσεις για την σύναψη της σύμβασης εκχώρησης είναι, α) η ύπαρξη απαίτησης, η οποία μπορεί να είναι και μελλοντική, β) σύμβαση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα, γ) η απαίτηση να μπορεί να εκχωρηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο και δ) αναγγελία προς τον οφειλέτη, πριν την συντέλεση της οποίας ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαιώματα έναντι του οφειλέτη και των τρίτων.

Η σύμβαση εκχώρησης είναι αναιτιώδης, δικαιοπραξία, δηλαδή ανεξάρτητη από την αιτία της και το κύρος της δεν επηρεάζεται από τα ελαττώματα της αιτίας, ούτε επομένως από την ιδιαίτερη σχέση εκχωρητή και εκδοχέα (ΑΠ 946/2002, ΑΠ 300/2007) και έχει ως αποτέλεσμα την άμεση μεταβίβαση της απαίτησης. Στην  απαίτηση περιλαμβάνονται και οι υποθήκες, εγγυήσεις, ενέχυρα και όλα γενικώς τα παρεπόμενα δικαιώματα, που ασφαλίζουν την απαίτηση (ΑΠ 1576/2014). Ο εκχωρητής πρέπει να έχει την εξουσία διάθεσης της απαίτησης, που θέλει να εκχωρήσει, άλλως η εκχώρηση, που γίνεται από πρόσωπο, που δεν είναι φορέας της εκχωρούμενης απαίτησης, είναι άκυρη. Απαιτήσεις ακατάσχετες είναι ανεκχώρητες (ΑΚ 464). Η σύμβαση πρέπει να είναι ορισμένη, ή τουλάχιστον οριστή, ως προς την απαίτηση που αφορά, ώστε ανάλογα με τις περιστάσεις, να μπορεί, να διαπιστώνεται τι μεταβιβάζεται στον εκδοχέα και τι παραμένει στον εκχωρητή (ΕφΑθ 7450/2013).  Από την αναγγελία αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του οφειλέτη από τον εκχωρητή και η απαίτηση, που εκχωρήθηκε, αποκτάται από τον εκδοχέα, έναντι του οποίου ο οφειλέτης έχει τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε προς τον εκχωρητή (ΑΠ 946/2002, ΑΠ 300/2007). Αν, πριν από την αναγγελία, ο οφειλέτης καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος, ή συνομολογήσει με αυτόν σύμβαση άφεσης χρέους,  ο οφειλέτης ελευθερώνεται (ΑΚ 461). 

Ο εκχωρητής έχει την υποχρέωση να δώσει στον εκδοχέα όσες πληροφορίες είναι αναγκαίες για την ενάσκηση της απαίτησης και να του παραδώσει τα αποδεικτικά της έγγραφα, που βρίσκονται στην κατοχή του. Αν εκχωρηθεί μέρος της απαίτησης, παραδίνεται κανονικά επικυρωμένο αντίγραφο των εγγράφων αυτών, επιφυλάσσεται όμως στον εκδοχέα το δικαίωμα, να ζητήσει επίδειξη των πρωτοτύπων.

Δεν απαιτείται η σύνταξη δημοσίου εγγράφου (συμβολαιογραφικού), αρκεί ιδιωτικό συμφωνητικό (βεβαίας χρονολογίας). Αν το ζητήσει ο εκδοχέας, ο  εκχωρητής έχει υποχρέωση, να συντάξει δημόσιο έγγραφο.

Ο εκδοχέας γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση, ή χειροτέρευση, της προηγούμενης θέσης του οφειλέτη (ΑΠ 937/2005). Η απαίτηση, που μεταβιβάζεται, παραμένει η ίδια. Τούτο σημαίνει ότι, τόσο τα προνόμια, με τα οποία η απαίτηση ήταν τυχόν εξοπλισμένη, παραμένουν και μετά την μεταβίβαση αλώβητα (ΑΚ 458), όσο και τα μειονεκτήματα, με τα οποία ήταν ενδεχομένως βεβαρημένη, διατηρούνται ακέραια (ΑΚ 463). Από της αναγγελίας της εκχώρησης ο εκδοχέας είναι ο μόνος που δικαιούται, έκτοτε, στην δικαστική επιδίωξη και είσπραξη της απαίτησης. Ο εκχωρητής αποξενώνεται από την εκχωρηθείσα απαίτηση, μη δικαιούμενος, να επιληφθεί αυτής (ΑΠ 1991/2007, ΑΠ  956/2015). Από της αναγγελίας της εκχώρησης νομιμοποιείται, να ασκήσει την αγωγή κατά του οφειλέτη, μόνο, ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει ήδη αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 114/2008, ΕφΑθ 7450/2013).

Ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις, που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφ όσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωπαγείς) και εφ όσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (ΑΚ 463). Προκειμένου, όμως, για ενστάσεις, που απορρέουν από την άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος του οφειλέτη (υπαναχώρησης, καταγγελίας κλπ), αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού έχει γίνει κατά του εκχωρητή πριν από την αναγγελία, εγκύρως η προς τούτο ένσταση προτείνεται κατά του εκδοχέα, αν όμως ασκηθεί το πρώτον μετά την αναγγελία, η άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος και, επομένως, η προβολή της σχετικής ένστασης θα γίνει μόνο κατά του εκχωρητή, δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά καλύπτουν την όλη ενοχική σχέση ως σύνολο και όχι μεμονωμένα την εκχωρηθείσα απαίτηση (ΑΠ 937/2005). Ανταπαίτηση, την οποία ο οφειλέτης είχε κατά του εκχωρητή στο χρόνο της αναγγελίας, μπορεί, αν και μη ληξιπρόθεσμη, να την αντιτάξει σε συμψηφισμό κατά του εκδοχέα, αν αυτή έγινε ληξιπρόθεσμη όχι βραδύτερα από την απαίτηση που εκχωρήθηκε (ΑΚ 463).  

Αντικείμενο της εκχώρησης επιτρέπεται να είναι και μελλοντικές απαιτήσεις, δηλαδή απαιτήσεις οι οποίες θα γεννηθούν μελλοντικά από αιτία που ήδη υπάρχει, ή θα γεννηθούν μελλοντικά από αιτία που θα γεννηθεί στο μέλλον (ΑΠ 311/2011). Η ενέργεια της παραπάνω εκχώρησης προϋποθέτει ότι, στο μέλλον θα γεννηθεί η απαίτηση. Στην εκχώρηση μελλοντικής απαίτησης έχει ήδη συντελεστεί το πραγματικό της διάταξης της ΑΚ 455 και απομένει μόνο η γέννηση της απαίτησης, που αποτελεί αίρεση δικαίου. Στην εκχώρηση μελλοντικής απαίτησης δεν χρειάζεται να επαναληφθεί η σύμβαση εκχώρησης, όταν θα γεννηθεί η απαίτηση. Η τυχόν ανικανότητα για δικαιοπραξία κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη, που επήλθε μετά την σύμβαση εκχώρησης, δεν επηρεάζει την τελευταία. Αντίθετα ο εκχωρητής πρέπει να έχει την εξουσία διάθεσης της απαίτησης κατά τον χρόνο γέννησης της απαίτησης. Αν δεν γεννηθεί η απαίτηση, ή αν γεννηθεί και κατά το χρόνο της γέννησης ο εκχωρητής δεν έχει εξουσία διάθεσης της απαίτησης, η εκχώρηση καθίσταται ανενεργής (ΑΠ 1216/1995, ΑΠ  956/2015).

Στην σύμβαση εκχώρησης είναι δυνατή η προσθήκη αναβλητικής αίρεσης, ή προθεσμίας, ώστε το σκοπούμενο με αυτήν μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, να επέλθει μόλις συμβεί ορισμένο γεγονός, ή επιστεί ορισμένο χρονικό σημείο. Με την προσθήκη αίρεσης στην σύμβαση εκχώρησης, η εκχώρηση θεωρείται κατ αρχήν έγκυρη, δυνάμενη να αντιταχθεί και έναντι του οφειλέτη, καθώς, ούτε το συμφέρον αυτού, ούτε κάποιο άλλο δημοσίας τάξης συμφέρον, ή συστηματικής φύσης λόγος, εμποδίζουν την αποδοχή του κύρους της, αρκεί να γνωστοποιηθεί σε αυτόν ο όρος της εκχώρησης που περιέχει την σχετική επιφύλαξη (ΑΠ 208/2016).