Κατά το άρθρο 478 ΑΚ, αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, ο δανειστής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν αποκτά δικαίωμα από την σύμβαση αυτή.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, υπόσχεση τρίτου προς τον οφειλέτη είναι η σύμβαση με την οποία ο τρίτος υπόσχεται προς αυτόν, να τον απαλλάξει από το χρέος του. Αν δεν προκύπτει από την σύμβαση τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων, δημιουργείται, δηλαδή, μεταξύ τους ενοχική σχέση εσωτερικού χαρακτήρα.

Η σύμβαση αυτή καλείται σύμβαση ελευθέρωσης χρέους. Είναι υποσχετική και αιτιώδης δικαιοπραξία. Μπορεί να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση (επώνυμη ή μη) οπότε εξαρτάται από την συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του καθ ενός. Το χρέος μπορεί να είναι υπαρκτό, ή μελλοντικό (ΑΠ 1230/2010, ΕφΛαρ 369/2012).

Μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο τρίτος είναι υπόχρεος, να καταβάλει ο ίδιος το χρέος στο δανειστή, απαλλάσσοντας από αυτό τον οφειλέτη και ο τελευταίος να αποδώσει στον τρίτο το ποσό που δαπάνησε, όπως, όταν η υπόσχεση δόθηκε στα πλαίσια εντολής, οπότε ο εντολοδόχος, ο οποίος ελευθέρωσε τον οφειλέτη, έχει κατ' αυτού την αξίωση κατά το άρθρο 722 ΑΚ (ΑΠ 1639/2001).

Από την διάταξη του άρθρου 478 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 361, 330 ΑΚ, συνάγεται ότι στην περίπτωση της παράβασης της ενοχικής υποχρέωσης του τρίτου προς καταβολή του χρέους στο δανειστή, εάν ο οφειλέτης αναγκάστηκε να προβεί ο ίδιος στην εξόφληση, κατόπιν απειλής αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους του δανειστή, ο υποσχεθείς τρίτος υποχρεούται σε αποζημίωση αυτού, εκ του λόγου ότι στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης εξόφλησε αλλότριο χρέος, κατά την συνδέουσα αυτόν και τον τρίτο εσωτερική σχέση. Εκείνος που δέχθηκε την υπόσχεση ελευθέρωσης, δεν έχει δικαίωμα, προτού ικανοποιήσει το δανειστή του, να αξιώσει αποζημίωση παρά του υποσχεθέντος τρίτου, γιατί το δικαίωμά του αυτό δεν έχει ακόμη γεννηθεί και δεν έχει καταστεί δανειστής εκείνου, που του έδωσε την υπόσχεση ελευθέρωσης. Η αξίωσή του για αποζημίωση θα γεννηθεί, όταν και εφ όσον αναγκαστεί να πληρώσει τον δανειστή του (ΕφΑθ 55/2010, ΕφΑθ 3924/03, ΕφΛαρ 369/2012).

Αν οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν στο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό του χρέους του δέκτη της υπόσχεσης, προσδιορίζοντας αυτό ως την προς αυτόν αντιπαροχή του υποσχόμενου, η τυχόν ολική ή μερική απαλλαγή του οφειλέτη-δέκτη της υπόσχεσης, που συντελέσθηκε όχι με καταβολή του υποσχομένου αντισυμβαλλομένου του προς τον δανειστή, αλλά με άλλον τρόπο, όπως με περιορισμό του χρέους, δεν απαλλάσσει τον υποσχόμενο, γιατί στην περίπτωση αυτή ο περιορισμός του χρέους, δεν εμφανίζει εσωτερική συνάφεια προς την σχέση μεταξύ του δέκτη της υπόσχεσης και του υποσχομένου. Στην περίπτωση αυτή ο δέκτης της υπόσχεσης δεν κωλύεται, κατ' αρχήν, να απαιτήσει, κατ' εφαρμογή της αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής (ΑΚ 288), την προς αυτόν τον ίδιο καταβολή (ΑΠ1421/2007).