A. Ο Κανονισμός «Ρώμη ΙΙΙ» (Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1259/2010 του Συμβουλίου της 20-12-2010 για το εφαρμοστέο δίκαιο στην λύση του γάμου καθιερώνει την αρχή της αυτονομίας της βούλησης των συζύγων να επιλέξουν οι ίδιοι το εφαρμοστέο δίκαιο.

B. Σύμφωνα με την απόφαση της επιτροπής της 27ης Ιανουαρίου 2014, που επιβεβαιώνει την συμμετοχή της Ελλάδας (2014/39/ΕΕ), ο κανονισμός εφαρμόζεται στην Ελλάδα από τις 29 Ιουλίου 2015.

Γ. Ο κανονισμός επιτρέπει στα διεθνή ζευγάρια να συμφωνήσουν εκ των προτέρων το δίκαιο που θα εφαρμοσθεί στη δική τους διαδικασία διαζυγίου ή δικαστικού χωρισμού, εφ όσον το δίκαιο που επιλέγεται είναι το δίκαιο του κράτους μέλους με το οποίο διατηρούν στενότερο δεσμό.

Δ. Σε περίπτωση που το ζευγάρι δεν μπορεί να συμφωνήσει, οι δικαστές δύνανται να χρησιμοποιήσουν κοινή μέθοδο για να αποφασίσουν σχετικά με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. 

Ε. Ο Κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα ακόλουθα ζητήματα

- την ικανότητα δικαίου φυσικών προσώπων,

- την ύπαρξη, το κύρος ή την αναγνώριση ενός γάμου,

- την ακύρωση του γάμου,

- το όνομα των συζύγων,

- τα περιουσιακά αποτελέσματα του γάμου,

- την γονική μέριμνα,

- τις υποχρεώσεις διατροφής και

- καταπιστεύματα ή κληρονομική διαδοχή.

ΣΤ. Ο Κανονισμός δεν έχει επιπτώσεις στον ελληνικό νόμο περί διαζυγίου ή γάμου, ούτε προβλέπει την υιοθέτηση κανόνων που επηρεάζουν ουσιαστικά το οικογενειακό δίκαιο. Καταλείπεται στην ελληνική νομοθεσία η κρίση περί του κύρους του γάμου.  

Ζ. Σε περίπτωση που ένας γάμος, κατά το ελληνικό δίκαιο, είναι ανυπόστατος, τα ελληνικά δικαστήρια δεν αποδέχονται αίτημα εφαρμογής των διατάξεων του Κανονισμού Ρώμη ΙΙΙ.