Η σύμβαση δικαιόχρησης (franchise).

Στην σύμβαση της δικαιόχρησης (franchise) οι συμβαλλόμενοι, ο δότης και ο λήπτης του franchising, αποβλέπουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο στην θέσπιση του νομικού πλαισίου, με το οποίο ρυθμίζεται η μεταξύ τους συνεργασία. Η σύμβαση “franchise” ορίζεται ως συμφωνία, βάσει της οποίας ο δότης (franhisor) παραχωρεί στον λήπτη (franchisee) άδειες χρήσης και εκμετάλλευσης (licences) δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, τα οποία αναφέρονται σε εμπορικά σήματα, ή πινακίδες, και τεχνογνωσία για την πώληση και διανομή αγαθών, ή υπηρεσιών.

Στην σύμβαση δικαιόχρησης η εικόνα της επιχείρησης του λήπτη, όσον αφορά την επωνυμία, τα σήματα κλπ, ταυτίζεται με αυτήν του δότη. Ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας εκδηλώνεται, τόσο στην διαμόρφωση του περιεχομένου της σχετικής σύμβασης, όσο και στον υψηλό βαθμό οργανωτικής ομοιομορφίας των επιχειρήσεων, οι οποίες μετέχουν στο franchising. Με την σύμβαση εντάσσεται ο λήπτης σε ένα ενιαίο σύστημα διανομής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομοιομορφίας στην οργάνωση των επιχειρήσεων, οι οποίες είναι εντεταγμένες στο ίδιο σύστημα.

Οι κύριες υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, που απορρέουν από τη σύμβαση, συνίστανται.

Εκ μέρους του δικαιοπαρόχου (δότη) στην υποχρέωση οργανωτικής και τεχνολογικής ένταξης του δικαιοδόχου (λήπτη) στο υπάρχον δίκτυο διανομής. Εκδηλώσεις της βασικής αυτής υποχρέωσης του δότη αποτελούν, α) οι επιμέρους υποχρεώσεις του για παραχώρηση στον λήπτη της χρήσης και εκμετάλλευσης του franchising, που αποτελείται από σύνολο δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας (δηλαδή σήματα, διακριτικούς τίτλους, εμπορική επωνυμία κλπ) και τεχνογνωσίας (δηλαδή ένα σύνολο μη κατοχυρωμένων με ευρεσιτεχνία πρακτικών πληροφοριών, που προκύπτουν από την εμπειρία και από δοκιμές του δότη, είναι εμπιστευτικές, ουσιαστικής σημασίας και προσδιορισμένες), β) η διαρκής παροχή από τον δότη υπηρεσιών υποστήριξης της επιχείρησης του λήπτη, όπως είναι η υποστήριξή του σε θέματα λογιστικής και φοροτεχνικής φύσης, μηχανοργάνωσης, προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών, οργάνωσης της επιχείρησης, γ) η διαρκής ανανέωση από τον δότη της τεχνογνωσίας του και εφαρμογή νέων επιχειρηματικών και οργανωτικών μεθόδων εντός του συστήματος franchising, ούτως ώστε η λειτουργία του να ανταποκρίνεται διαρκώς στα νέα δεδομένα της αγοράς και η παροχή του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος στο λήπτη να είναι συνεχής, δ) η επαναλαμβανόμενη περιοδικώς εκπαίδευση του λήπτη στις νέες μεθόδους λειτουργίας του συστήματος franchising,

Εκ μέρους του λήπτη στην υποχρέωση καταβολής στον δότη του συμφωνημένου τιμήματος. Εκδηλώσεις της βασικής αυτής υποχρέωσης του λήπτη αποτελούν, α) οι επιμέρους υποχρεώσεις του για καταβολή ενός εφ άπαξ ποσού ως δικαίωμα εισόδου στο δίκτυο και επιπλέον περιοδικών καταβολών ως αντάλλαγμα για την ένταξη του στο σύστημα, β) η διαρκή του υποστήριξη και ως συνεισφορά στην κοινή διαφήμιση του συστήματος και δικτύου franchise, γ) η συμμόρφωση με τις οργανωτικές αρχές, πρότυπα και τις εμπορικές μεθόδους του δότη και εν γένει του συστήματος και αξιοποίηση της προσωπικής του εργασίας, με στόχο την ενεργό υποστήριξη και προώθηση των πωλήσεων στο πλαίσιο συμβατικά προσδιορισμένης γεωγραφικής περιοχής, δ) η υποχρέωση του λήπτη να προμηθεύεται από το δότη τα συμβατικά προϊόντα, ε) η υποχρέωση του για ενιαία εμφάνιση του καταστήματος του και για χρήση κοινής επωνυμίας, στ) η υποχρέωση του προς τήρηση του απορρήτου ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του δότη, ζ) η υποχρέωση του να πωλεί τα συμβατικά προϊόντα μόνο στο χώρο της σύμβασης (ρήτρα καταστήματος), όπως επίσης να πωλεί τα συμβατικά προϊόντα μόνο σε τελικούς καταναλωτές, ή άλλους λήπτες, η) η υποχρέωση του λήπτη να μην πωλεί ανταγωνιστικά προϊόντα καθ' όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης.

Η σύμβαση franchising αποτελεί συγκερασμό περισσότερων συμβάσεων, υπό την έννοια ότι απαντώνται σε αυτήν ταυτόχρονα ουσιώδη στοιχεία περισσότερων συμβατικών τύπων, αποβλέπει, όμως, στην ρύθμιση μιας οικονομικά ενιαίας συναλλακτικής σχέσης. Από οικονομική άποψη η εν λόγω σύμβαση συνιστά τρόπο διανομής προϊόντων, ή υπηρεσιών, σε τελικούς χρήστες, δηλαδή σύστημα προώθησης προϊόντων, ή υπηρεσιών, στην καταναλωτική αγορά (marketing), το οποίο έγκειται στην συνεργασία μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, που αναπτύσσουν την δραστηριότητα τους σε διαφορετικές βαθμίδες της αγοράς, βασιζόμενες στην χρήση ενός κοινού διακριτικού γνωρίσματος και στην κατά ομοιόμορφο τρόπο εκμετάλλευση ενός συνόλου ειδικών γνώσεων, επιτρέποντας στον παραγωγό να εγκαταστήσει ένα σύστημα διανομής με την επωνυμία του, ή το σήμα του, αποφεύγοντας τις δαπάνες εγκατάστασης, ενώ ο δικαιοδόχος εκμεταλλεύεται την εμπειρία του δικαιοπαρόχου και διαθέτει με την έναρξη της επιχείρησης του προϋπάρχουσα πελατεία.

Από την φύση της σύμβασης, ως σχέσης διαρκούς συνεργασίας, συνάγεται ότι η σύμβαση αυτή συνιστά σύμβαση-πλαίσιο, η οποία ρυθμίζει τις κύριες υποχρεώσεις των συμβαλλομένων και αποτελεί μία μικτή σύμβαση στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) και η οποία, μη ρυθμιζόμενη ειδικώς από το νόμο, περιέχει τα στοιχεία περισσότερων επώνυμων συμβάσεων, όπως μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρο 638 επ. ΑΚ), παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρο 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρο 713 επ. ΑΚ). Χωρίς να αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων, που ρυθμίζουν το συγκεκριμένο είδος (μίσθωση, σύμβαση έργου, πώληση), γίνεται αποδεκτό ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι ο προσδιορισμός του χαρακτήρα, ο οποίος προέχει στην όλη συμβατική σχέση. Οι κανόνες, που διέπουν το τμήμα αυτό της σύμβασης, εφαρμόζονται πρωτευόντως στην συμβατική σχέση, οι δε κανόνες, που διέπουν τα υπόλοιπα τμήματα, δεν αγνοούνται, αλλά εφαρμόζονται συμπληρωματικώς (ΣτΕ 4490/2005, ΕφΑθ 302/2006, ΕφΑθ 2560/2011).