Α. Διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων, ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των μέσων, που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1266/2007, ΑΠ 2157/2014).

Σημείωση

Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν, να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες, κατ' άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ  601/2020).

Β. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί, ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων,  οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 120/2004, ΑΠ 301/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ675/2016, ΑΠ 1488/2010, ΑΠ  601/2020).