Σύμφωνα με την ρήτρα του άρθρου 173 ΑΚ, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά δε την ρήτρα του άρθρου 200 ΑΚ, ο συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Α. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση, ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018).

Β. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, παραβιάζονται, και ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για την συμπλήρωση, ή ερμηνεία, της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να αναζητήσει την αληθινή βούληση αυτών (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 604/2011), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους, ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1003/2019, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 704/2018, ΑΠ 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλονται κατά τις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 495/2013).

Γ. Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται, και εκ του πλαγίου, στην περίπτωση, που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται, και ούτε προκύπτει, αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 1093/2011), όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και όταν το δικαστήριο έσφαλε στην υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 846/2008, ΑΠ 168/2006), οπότε η απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 381/2021, ΑΠ  601/2020)

Δ. Μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015, ΑΠ  601/2020).

Σημείωση

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 215/2016, ΑΠ 84/2008, ΑΠ  601/2020).