Η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ, που προβλέπει ότι, ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ όψιν και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης της ρήτρας του άρθρου 388 ΑΚ, που προβλέπει ότι,  αν τα περιστατικά στα οποία, κυρίως, εν όψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, μεταβλήθηκαν ύστερα, από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, και από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής, το δικαστήριο μπορεί κατά την κρίση του με αίτηση του οφειλέτη να την αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει και να αποφασίσει τη λύση της σύμβασης εξολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέστηκε ακόμη (ΑΠ 1271/2012, ΑΠ 1225/2015).

Α. Η ρήτρα  του άρθρου 388 ΑΚ, απαιτεί η εκ των υστέρων μεταβολή των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, στις οποίες κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της (ΑΠ 1038/1998), να οφείλεται σε λόγους έκτακτους, αλλά και απρόβλεπτους, χωρίς όμως υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου η σύμβαση να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί, ή να λυθεί εξ ολοκλήρου, από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη, εφ όσον από την παραπάνω μεταβολή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 398/2008, ΑΠ 1290/2011).

Β. Ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ προβλέπει την υποχώρηση της αρχής του απαραβίαστου των συμβάσεων (pacta sunt servanda), αναγνωρίζοντας την δυνατότητα δικαστικής αναθεωρήσεως, ή λύσεως, αμφοτεροβαρούς συμβάσεως σε περίπτωση απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών και ανατροπής της ισορροπίας παροχής και αντιπαροχής.

Γ. Για την εφαρμογή της διάταξης απαιτείται η συνδρομή των  προϋποθέσεων, α) να πρόκειται για αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία δεν έχει εκτελεστεί πλήρως, β) η μεταβολή να αφορά περιστατικά στα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη από κοινού στήριξαν κυρίως τη σύναψη της συμβάσεως εν όψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δηλαδή αμφότερα τα μέρη πρέπει να έθεσαν τα νομικά ή πραγματικά γεγονότα που αποτέλεσαν το θεμέλιο της συμβάσεως ως όρο της ισχύος της, υπό την έννοια ότι δεν θα προέβαιναν στην κατάρτισή της εάν γνώριζαν τη μεταβολή που επρόκειτο να επέλθει, γ) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της συνάψεως της συμβάσεως και να οφείλεται σε λόγους έκτακτους που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και δ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, να έγινε υπέρμετρα επαχθής.

Σημείωση

Λόγοι έκτακτοι και απρόβλεπτοι είναι περιστατικά που δεν επέρχονται κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κλπ. Έτσι τυχαία γεγονότα, που όμως συμβαίνουν συνήθως, όπως είναι η μεταβολή της αξίας του εγχώριου νομίσματος σε σχέση με τα ξένα νομίσματα, εφόσον δεν υπερβαίνει το συνηθισμένο μέτρο, ώστε να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ή η γενική οικονομική κρίση με την επιβολή μέτρων λιτότητας, που συνεπάγονται μείωση της αγοραστικής δυνάμεως των καταναλωτών, δεν αποτελούν περιστατικά έκτακτα και απρόβλεπτα, ιδίως σε οικονομίες, όπως η ελληνική, στις οποίες είναι για μεγάλο χρονικό διάστημα συνεχείς οι διακυμάνσεις της σταθερότητας (ΑΠ 1171/2004, ΑΠ  1088/2017).