Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος, ενώ ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι, κατά δε το άρθρο 64 παρ. 3 του ιδίου κώδικα οι πιο πάνω ενώσεις προσώπων και οι εταιρείες χωρίς νομική προσωπικότητα παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους.

Α. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 1, 12 παρ. 1, 20 παρ. 1  του Συντάγματος, 6 παρ. 1α της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, και με την διάταξη του άρθρου 951 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ενώσεις (νομικών ή και φυσικών) προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, (καθώς και οι εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα), μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν, κατ εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 ΚΠολΔ, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που κατά το καταστατικό τις αντιπροσωπεύουν, ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους (ΑΠ 626/2016).

Β. Εφ όσον οι εν λόγω ενώσεις προσώπων (και εταιρείες) έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, είναι αυτονόητο ότι αυτές είναι και φορείς των κατ ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους, και κατ επέκταση νομιμοποιούνται να ενάγουν και να ενάγονται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών (ΑΠ 626/2016).

Σημείωση

Για το κύρος του δικογράφου της αγωγής από ένωση προσώπων, (ή εταιρεία χωρίς νομική προσωπικότητα0 είτε αυτή ενάγει, είτε ενάγεται, αρκεί η μνεία της επωνυμίας της κατά τρόπο που να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτής, χωρίς να απαιτείται και να μνημονεύονται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που την αποτελούν, ούτε το ποσοστό συμμετοχής του καθενός στο επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα (ΟλΑΠ 25/2008, Ολ ΑΠ14/2007).