Κατά την διάταξη του άρθρου 303 ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφ όσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει (δοσίλογος) προς τούτο δε οφείλει να ανακοινώσει στον κύριο της ξένης υπόθεσης (δεξίλογο) λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ότι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται.

Α. Για την εφαρμογή της διάταξης αρκεί ο δοσίλογος να διαχειρίστηκε υπόθεση ολικά ή μερικά του δεξίλογου, με βάση οποιαδήποτε μεταξύ τους έννομη σχέση από οποιαδήποτε αιτία, είτε από τον νόμο, είτε από σύμβαση (εντολή, εταιρία) ή από οιονεί σύμβαση, ή από διάταξη τελευταίας βουλήσεως, η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες. Υποχρέωση δηλ. για λογοδοσία μπορεί να γεννηθεί από οποιαδήποτε σύννομη σχέση (ενοχικού, ή εμπραγμάτου, ή άλλου δικαιώματος) (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1592/2018).

Β. Εκτός από την παραπάνω διάταξη, υπάρχουν ειδικές διατάξεις που επιβάλουν την υποχρέωση λογοδοσίας, συνδέοντάς τη με ορισμένη ιδιότητα του υπόχρεου προσώπου και ορισμένο έργο που αυτό άσκησε, όπως στο άρθρο 685 ΑΚ του εργολάβου απέναντι στον εργοδότη, στο άρθρο 718 ΑΚ του εντολοδόχου απέναντι στον εντολέα, στο άρθρο 1032 ΚΠολΔ του διαχειριστή που διορίστηκε με απόφαση που διέταξε κατά το άρθρο 1022 ΚΠολΔ την κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, στο άρθρο 23 ΚΙΝΔ του διαχειριστή συμπλοιοκτησίας απέναντι σε καθέναν από τους συμπλοιοκτήτες (ΜονΠρΠειρ 4063/2019).   

Γ. Λογοδοσία μπορεί να συμφωνηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη και σε περιπτώσεις πέραν των προβλεπομένων από τον νόμο (ΑΠ 193/1976, ΜονΠρΠειρ 4063/2019).   

Δ. Κατά την έννοια της διάταξης ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο έγγραφο λογαριασμό για τις διαχειριστικές πράξεις και για το χρόνο, για τον οποίο ζητείται η λογοδοσία, όπου πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς τα έσοδα και έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της διαχείρισης, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από την διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, προσέτι δε να επισυνάψει και τα δικαιολογητικά έγγραφα εφόσον η έκθεση τους συνταυτίζεται.

Ε. Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού, ή εάν ο λογαριασμός, που ανακοίνωσε ο δοσίλογος, δεν είναι κανονικός κατά τους όρους και τον τύπο που αναφέρθηκαν, δεν εκπληρώνεται η ως άνω υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του δοσιλόγου περί ανακοινώσεως του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473 - 477 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες, η απόφαση που διατάζει λογοδοσία, ή παράδοση καταλόγου των στοιχείων ομάδας αντικειμένων, ορίζει προθεσμία μέσα στην οποία ο λογαριασμός, ή ο κατάλογος, πρέπει να κατατεθεί με τα δικαιολογητικά στη γραμματεία του δικαστηρίου (474 ΚΠολΔ), αν δε με τον λογαριασμό, ή τον κατάλογο, που έχει κατατεθεί ομολογείται υποχρέωση για καταβολή ορισμένου ποσού, ή για απόδοση ορισμένων αντικειμένων, το δικαστήριο ύστερα από σχετική αίτηση καταδικάζει τον εναγόμενο να καταβάλει το ποσό, ή να αποδώσει τα αντικείμενα με βάση την ομολογία που περιέχεται στο λογαριασμό ή τον κατάλογο, επιφυλάσσεται όμως για όσα επιπλέον πρέπει να καταβληθούν, ή να αποδοθούν (476 ΚΠολΔ) και αν δεν κατατεθούν μέσα στην προθεσμία που όρισε η απόφαση ο λογαριασμός ή ο κατάλογος, η απόφαση γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση λογοδοσίας, ή την υποβολή του καταλόγου (477 ΚΠολΔ), ΑΠ  707/2020).

ΣΤ. Για την θεμελίωση αξίωσης παροχής λογοδοσίας πρέπει α) να πρόκειται για διαχείριση ξένης περιουσίας και β) η υπόθεση να είναι ξένη είτε στο σύνολό της, είτε κατά ένα μέρος (ΑΠ 1184/1980). Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αρκεί το γεγονός ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση ολικά ή μερικά του δεξιλόγου με βάση οποιοσδήποτε μεταξύ τους έννομη σχέση και ότι η διαχείριση αυτή, συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες (ΑΠ 360/2014, ΜονΠρΠειρ 4063/2019).   

Ζ. Στην αγωγή λογοδοσίας, εκτός από το αίτημα περί λογοδοσίας, μπορεί να περιληφθεί και αίτημα περί καταβολής του καταλοίπου (υπολοίπου) του λογαριασμού, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, σύμφωνα με το άρθρο 490 ΚΠολΔ, να προσδιοριστεί τούτο στο δικόγραφο της αγωγής. 

Η. Εκτός από το αίτημα καταβολής του καταλοίπου μπορεί να υποβληθεί και αίτημα καταβολής ορισμένου ελλείμματος, αν δεν κατατεθεί ο λογαριασμός ή ο κατάλογος με τα δικαιολογητικά. Το αίτημα αυτό διαφοροποιείται από το αίτημα για την καταβολή του καταλοίπου του λογαριασμού. Ενώ λοιπόν το αίτημα για την καταβολή του καταλοίπου συνέχεται με την κατάθεση του λογαριασμού και μπορεί να συγκεκριμενοποιείται κατά το στάδιο που θα επακολουθήσει, το αίτημα για την καταβολή του πιθανολογούμενου (εικαζόμενου) ελλείμματος, αποτελεί ιδιότυπο (πρόσθετο) μέσο εξαναγκασμού του οφειλέτη και πρόσθετο μέσο εκτέλεσης, το οποίο συντρέχει με τα μέσα εκτέλεσης του άρθρου 946 ΚΠολΔ. Το μέσο αυτό διατάζεται από το δικαστήριο κατόπιν αίτησης του ενάγοντα, και αποσκοπεί όπως και τα μέσα εκτέλεσης του άρθρου 946 ΚΠολΔ να κάμψει την άρνηση του οφειλέτη να καταθέσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας το λογαριασμό ή τον κατάλογο των στοιχείων, πράξη η οποία δεν μπορεί να επιχειρηθεί από τρίτο πρόσωπο (ΜονΠρΠειρ 4063 / 2019).   

Θ. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του πιο πάνω άρθρου 473 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο δοσίλογος δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση που διέταξε την λογοδοσία και δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα το λογαριασμό, η απόφαση γίνεται οριστική, ως προς την υποχρέωση του για λογοδοσία. Αν δε ζητήθηκε η καταβολή ορισμένου ελλείμματος και το δικαστήριο καταδίκασε το δοσίλογο στην καταβολή του ελλείμματος αυτού, για την περίπτωση που ο δοσίλογος δεν καταθέσει το λογαριασμό μέσα στην προθεσμία που ορίστηκε, η απόφαση γίνεται οριστική και ως προς την υποχρέωση προς καταβολή του ελλείμματος με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αυτής, μετά δε την τελεσιδικία της είναι εκτελεστή και ως προς τα με αυτή διατασσόμενα κατά το άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαναγκαστικά μέτρα (ΑΠ 1318/2014).

Ι. Επειδή η αξίωση λογοδοσίας υπόκειται στην ελεύθερη διάθεση των ενδιαφερομένων και δικαιούχων μερών, τα μέρη μπορούν να παραιτηθούν, είτε ρητά, είτε σιωπηρά, από την αξίωση λογοδοσίας. Ο εναγόμενος στη δίκη λογοδοσίας, επικαλούμενος παραίτηση εκ μέρους του ενάγοντα του δικαιώματος λογοδοσίας, προβάλλει ένσταση καταλυτική της αγωγής (ΑΠ 1599/2011).