Σύμφωνα με το άρθρο 399 ΑΚ, αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι ο εργολάβος  που δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του εκπίπτει από τα συμβατικά του δικαιώματα (ρήτρα έκπτωσης), θεωρείται ότι ο εργοδότης επιφύλαξε για την περίπτωση αυτή δικαίωμα υπαναχώρησης (συμβατική υπαναχώρηση).

Α. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 389, 390, 397 εδ. α, ΑΚ προκύπτει ότι, αν ασκηθεί συμβατική υπαναχώρηση, η σύμβαση διαλύεται ενοχικώς, αυτοδικαίως και αναδρομικώς (ex tunc). Κάθε συμβαλλόμενο μέρος υπέχει την υποχρέωση να αποδώσει την παροχή που έλαβε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Β. Σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 397 ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας, ο εργοδότης έχει το προς υπαναχώρηση δικαίωμα μόνο, αν η μη εκπλήρωση της σύμβασης οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργολάβου. Η μη εκπλήρωση της σύμβασης περιλαμβάνει και τις τρεις περιπτώσεις παράβασης της σύμβασης, δηλαδή την αδυναμία παροχής, την υπερημερία του οφειλέτη και την πλημμελή εκπλήρωση αυτής(ΑΠ 886/2011).

Γ. Η άσκηση του προς υπαναχώρηση δικαιώματος χωρεί με δήλωση του εργοδότη  προς τον εργολάβο και δεν υπόκειται σε μονομερή ανάκληση, ή άρση των αποτελεσμάτων της από αυτόν που την ασκεί. Για την άσκηση του δικαιώματος της συμβατικής υπαναχώρησης δεν απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 επ. ΑΚ, γιατί τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνο από το άρθρο 383 ΑΚ, που δεν εφαρμόζεται στην συμβατική υπαναχώρηση (ΑΠ 886/2011).

Δ. Η διάταξη του άρθρου 399 ΑΚ είναι ενδοτικού χαρακτήρα και μπορεί να συμφωνηθεί διαφορετικά. Σε κάθε περίπτωση, ο επικαλούμενος ότι η συμφωνημένη ρήτρα έκπτωσης του εργολάβου από τα συμβατικά του δικαιώματα έχει έννοια διαφορετική από αυτήν του άρθρου 399 ΑΚ, δηλαδή δεν θεμελιώνει δικαίωμα υπαναχώρησης του εργοδότη από την όλη σύμβαση, οφείλει να το επικαλεσθεί και να το αποδείξει (ΑΠ 288/2016, ΑΠ 338/2016).

Ε. Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης μπορεί να συμφωνηθεί, ότι σε περίπτωση αθέτησης της υποχρέωσης του εργολάβου, η οποία, εν αμφιβολία, πρέπει κατά το άρθρο 397 ΑΚ να οφείλεται σε υπαιτιότητά του, η έκπτωση δεν θα αφορά όλα τα δικαιώματά του από την σύμβαση, αλλά ορισμένα μόνον από αυτά (ρήτρα μερικής έκπτωσης) και θα επέρχεται, είτε αυτοδικαίως, είτε κατόπιν αντίστοιχης μερικής υπαναχώρησης του εργοδότη από την σύμβαση, ή ότι δεν θα ενεργεί αναδρομικά, αλλά μόνο για το μέλλον, οπότε θα πρόκειται για καταγγελία της σύμβασης (ΑΠ 338/2016).

ΣΤ. Η άκυρη υπαναχώρηση από την σύμβαση δεν αποκλείεται να ισχύσει κατά μετατροπή ως καταγγελία, εφ όσον συντρέχουν οι όροι του άρθρου 182 ΑΚ, δηλαδή εφ όσον συνάγεται ότι αυτός που προέβη σε υπαναχώρηση θα την ήθελε ως καταγγελία, αν ήξερε την ακυρότητά της (ΑΠ 338/2016).