Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 686 εδ. β ΑΚ, προς εκείνες των άρθρων 340, 343 παρ. 1, 383 έως 385, 387, 389, 390 και 904 επ. ΑΚ προκύπτει ότι εργοδότης, σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου περί την εκτέλεση και παράδοση του έργου, μπορεί, επιλεκτικώς,

α) να απαιτήσει εκπλήρωση της παροχής (εκτέλεση και παράδοση του έργου) και αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την μη περάτωση και παράδοση του έργου μέσα στην συμφωνηθείσα προθεσμία (άρθρο 343 παρ. 1 ΑΚ).

ή β) να τάξει, κατά το άρθρο 383 ΑΚ, στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή, οπότε, σε περίπτωση που η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, εκτός αν από την όλη στάση του εργολάβου προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι θα ήταν άσκοπος ο ορισμός προθεσμίας, ή αν ο εργοδότης εξ αιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως (άρθρο 385 ΑΚ), μπορεί περαιτέρω, επιλεκτικώς,

γ) να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για την μη εκπλήρωση

ή δ) να υπαναχωρήσει από την σύμβαση και να αξιώσει, τότε, μόνο εύλογη αποζημίωση κατά το άρθρο 387 ΑΚ (ΑΠ 1559/2009, ΑΠ 1036/2013).

Β. Σε υπερημερία βρίσκεται ο εργολάβος, όταν καθυστερεί υπαίτια να εκπληρώσει την υποχρέωσή του να εκτελέσει και παραδώσει το συμφωνηθέν έργο με τον προσήκοντα τρόπο. Στην περίπτωση κατά την οποία η μη εκτέλεση του έργου οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ίδιου του εργοδότη και συγκεκριμένα σε δόλο, ή βαριά αμέλειά του, ο εργοδότης δεν δικαιούται να υπαναχωρήσει από την σύμβαση με το εδ. β του άρθρου 686 ΑΚ.

Γ. Το δικαίωμα υπαναχώρησης του εδαφίου β του άρθρου 686 ΑΚ, διαφέρει από το δικαίωμα υπαναχώρησης του εδαφίου α του άρθρου 686 ΑΚ, κατά το ότι για την  άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης του εδαφίου α του άρθρου 686 ΑΚ δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, που απαιτείται με το εδάφιο β (βλ. σχετική ανάρτηση «υπαναχώρηση στην σύμβαση έργου») ούτε η ύπαρξη υπαιτιότητας του εργολάβου στην καθυστέρηση, η οποία μπορεί να οφείλεται και σε αντικειμενικές δυσχέρειες. Επίσης, δεν απαιτείται η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ. ΑΚ, γιατί πρόκειται για υπαναχώρηση που παρέχεται ευθέως από τον νόμο και σε αυτήν εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396 ΑΚ (ΑΠ 77/2011, ΑΠ 1035/2010, ΜονΕφΠειρ  564/2019).

Δ. Με την μονομερή και απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο περί υπαναχωρήσεως, με το εδάφιο β του άρθρου 686 ΑΚ, από την συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση, η σύμβαση αυτή καταργείται από τη στιγμή της καταρτίσεώς της (ex tunc), η νομική σχέση μεταξύ τους λύεται αυτοδικαίως και αναδρομικώς επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεών τους για παροχή που πηγάζουν από την σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωσή τους να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που τυχόν έλαβαν, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 533/2009, ΑΠ 388/2006, ΑΠ 113/2014).

Ε. Οι συνέπειες του άρθρου 686 εδ. β ΑΚ δεν επέρχονται και ο εργοδότης δεν δικαιούται να υπαναχωρήσει από την σύμβαση στην περίπτωση κατά την οποία η μη εκτέλεση του έργου οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ίδιου του εργοδότη και συγκεκριμένα σε δόλο, ή βαριά αμέλειά του. Ο συναφής ισχυρισμός του εργολάβου, συνιστά ένσταση καταλύουσα το δικαίωμα του εργοδότη να υπαναχωρήσει κατά από την σύμβαση έργου (ΑΠ 533/2009, ΑΠ 113/2014).

ΣΤ. Ο εργοδότης έχει την δυνατότητα να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο παράδοσης του έργου, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί ορισμένος χρόνος για την παράδοση του έργου. Αλλά και πριν ακόμη από την έναρξη της εκτέλεσης του έργου, αν είναι βέβαιο, πως ο εργοδότης δεν προτίθεται να κάνει έναρξη της εκτέλεσής του, κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο (ΑΠ 2166/2013).

Ζ. Ο εργοδότης, αν επιλέξει το δικαίωμα υπαναχωρήσεως, μπορεί επί πλέον να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 387 ΑΚ, να του επιδικασθεί εύλογη κατά την κρίση του δικαστηρίου αποζημίωση για την τυχόν ζημία από την μη εκπλήρωση της σύμβασης (ΑΠ 113/2014). Κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης αυτής δεν τίθενται στο νόμο. Το δικαστήριο έχει την δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει ή μη, κατ' εύλογη κρίση, αποζημίωση με τον περιορισμό, μόνο, ότι η εν λόγω αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει την πραγματική ζημία του δανειστή, που βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια προς την αντισυμβατική διαγωγή του οφειλέτη (ΑΠ 262/2008).