Κατά την διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, εν όλω ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για την διαιτησία, ή ο νόμος. Επιπλέον κατά τη διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 στ. α` ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί, με αγωγή, ή ένσταση, η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής αποφάσεως, πλην άλλων περιπτώσεων, και αν δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας.

Α. Με τις ανωτέρω δύο διατάξεις θεσπίζεται, αφ ενός μεν η ακυρωσία και αφ' ετέρου η ανυπαρξία διαιτητικής αποφάσεως, όταν η διαφορά για την οποία αποφάνθηκαν οι διαιτητές δεν έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους.

Β. Το πότε η διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη και πότε ανύπαρκτη, εξαρτάται από τη συνομολόγηση συμφωνίας για διαιτησία. Έτσι, αν οι διαιτητές στηρίζουν την εξουσία τους σε ανύπαρκτη συμφωνία για διαιτησία, τότε η απόφαση τους είναι και αυτή ανύπαρκτη. Αν, αντίθετα, οι διαιτητές αντλούν μεν την εξουσία τους από υπαρκτή συμφωνία, αλλά την επέκτειναν και στην επίλυση διαφορών, οι οποίες με το συνυποσχετικό δεν έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους, ή βάσει του νόμου πλέον αποκλείονται από τη δικαιοδοσία τους, τότε η απόφαση τους είναι όχι ανύπαρκτη, αλλ` ακυρώσιμη (ΑΠ  811/2019, 1281/2019).