Α. Από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2496/1997, το οποίο ορίζει ότι «εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε», συνάγεται ότι ο ασφαλιστής από τότε που θα καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται στη θέση εκείνου και μπορεί να ασκήσει κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου, τις αξιώσεις του τελευταίου.

Β. Η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε και επομένως ο ασφαλιστής υποκαθίσταται στη θέση που ακριβώς βρισκόταν ο ασφαλισμένος έναντι του τρίτου, εναντίον του οποίου αυτός δικαιούται να στραφεί συνεπεία της από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου ζημίας, δηλαδή, η αγωγή την οποία εγείρει ο ασφαλιστής κατά του τρίτου είναι εκείνη, την οποία θα ήγειρε ο ασφαλισμένος (ΑΠ 115/1998, ΕφΑθ 213/2008).

Γ. Στην υποκατάσταση αυτή, η οποία αποτελεί περίπτωση νόμιμης εκχώρησης, η απαίτηση μεταβιβάζεται με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της και έτσι ο τρίτος μπορεί να αντιτάξει κατά του ασφαλιστή όλες τις ενστάσεις που είχε κατά του ασφαλισμένου μέχρι την καταβολή του ασφαλίσματος και ειδικότερα αυτές που βάλλουν κατά της γέννησης και ύπαρξης της απαίτησης, κατά το χρόνο της υποκατάστασης, όπως και αυτές που του παρέχουν το δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή (ΕφΑθ 213/2008).

Δ. Ο ενάγων ασφαλιστής, ασκώντας την αγωγή, που θα ασκούσε ο ίδιος ο ασφαλισμένος κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου, αρκεί, για την πληρότητα του δικογράφου, να επικαλεστεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ασφαλιστικής υποκατάστασης και συγκεκριμένα, α) την σύναψη και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, β) την καταβολή του ασφαλίσματος στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και γ) τη ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε.