Α. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2735/1999 για την διεθνή εμπορική διαιτησία, διεθνής εμπορική διαιτησία αποτελεί η διαιτησία που ο τόπος κατάρτισής της βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια, όταν

1) τα μέρη έχουν, κατά την σύναψη της συμφωνίας διαιτησίας, την εγκατάστασή τους σε διαφορετικά κράτη, ή

2) ένας από τους παρακάτω τόπους δεν βρίσκεται στο κράτος στο οποίο τα μέρη έχουν την εγκατάστασή τους, α) ο τόπος της διαιτησίας, αν αυτός καθορίζεται από τη συμφωνία διαιτησίας ή προκύπτει από αυτήν, β) οποιοσδήποτε τόπος στον οποίο πρόκειται να εκπληρωθεί σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εμπορική σχέση, ή ο τόπος με τον οποίο συνδέεται στενότερα το αντικείμενο της διαφοράς, ή γ) τα μέρη ρητά συμφώνησαν ότι το αντικείμενο της συμφωνίας διαιτησίας σχετίζεται με περισσότερες χώρες (ΑΠ 102/2012).

Β. Σύμφωνα με το άρθρο 35 του ν. 2735/1999 η διαιτητική απόφαση δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 34 του ν. 2735/1999 κατά αυτής μπορεί να ασκηθεί αγωγή ακύρωσης.

Αγωγή ακύρωσης

Γ. Αρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής ακύρωσης είναι το Εφετείο στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι τρίμηνη και αρχίζει από την κοινοποίηση της διαιτητικής απόφασης στο μέρος που την ασκεί, ή, αν υποβλήθηκε αίτηση του άρθρου 33 του ν. 2735/1999 από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου στο μέρος αυτό. Κατά της απόφασης ασκείται αίτηση αναίρεσης, που  προσδιορίζεται για συζήτηση μέσα σε (3) μήνες από την επίσπευση του προσδιορισμού δικασίμου.

Δ. Εάν αγωγή ακύρωσης, δεν ασκηθεί εντός της τρίμηνης προθεσμίας, απορρίπτεται ως κατ’ ουσίαν απαράδεκτη, γιατί η προθεσμία είναι αποκλειστική και αποσβεστική, σύμφωνα με τα άρθρα 219, 280 και 261 ΑΚ και λαμβάνεται υπ όψιν αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 438/1978, ΑΠ 1009/1988). Αν παρέλθει άπρακτο το τρίμηνο δεν προταθεί η ακυρότητα με αγωγή και η διαιτητική απόφαση καθίσταται ισχυρή και απρόσβλητη (ΑΠ 2111/2017).

Ε. Με την ακυρωτική αγωγή μπορεί να προτείνονται περισσότεροι από ένας λόγοι. Επειδή πρόκειται για αντικειμενική σώρευση αγωγών με το ίδιο ακυρωτικό αίτημα, για κάθε ακυρωτικό λόγο ισχύει η ίδια τρίμηνη αποκλειστική και αποσβεστική προθεσμία. Συνεπώς αν δεν έχει παρέλθει η προθεσμία, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει και άλλη συμπληρωματική (με πρόσθετους λόγους) αγωγή, δηλαδή με λόγους διαφορετικούς από εκείνους στους οποίους στηρίχθηκε η πρώτη (ΑΠ 2111/2017).

ΣΤ. Η άσκηση της ακυρωτικής αγωγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Εφ όσον ασκηθεί παραδεκτά, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να χορηγήσει αναστολή, με ή χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ακυρωτικής αγωγής, αν πιθανολογείτια η ευδοκίμηση κάποιου λόγου ακύρωσης και να ανακαλεί, ή να μεταρρυθμίζει τα ασφαλιστικά μέτρα, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ (ΤρΕφΑθ 595/2014).

Λόγοι ακύρωσης διαιτητικής απόφασης

Ζ. Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί αποκλειστικά τους παρακάτω λόγους

α) Το συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία διαιτησίας δεν ήταν προς τούτο ικανό με βάση το δίκαιο που το διέπει, ή ότι η συμφωνία διαιτησίας δεν είναι έγκυρη σύμφωνα με το δίκαιο στο οποίο τα μέρη την υπήγαγαν, ή, αν δεν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις αυτές, κατά το ελληνικό δίκαιο.

β) Το συμβαλλόμενο μέρος δεν ειδοποιήθηκε, κατά τον προσήκοντα τρόπο, για τον ορισμό διαιτητή, ή για τη διαδικασία της διαιτησίας, ή ότι από άλλο λόγο περιήλθε σε ανυπαίτια αδυναμία να προβάλει τους ισχυρισμούς του.

γ) Η διαιτητική απόφαση αφορά διαφορά, που δεν εμπίπτει στη συμφωνία διαιτησίας, ή περιέχει διατάξεις, που υπερβαίνουν τα όρια της συμφωνίας (Αν οι διατάξεις που καλύπτονται από την συμφωνία περί διαιτησίας μπορούν να αποχωρισθούν από εκείνες που δεν καλύπτονται, τότε μόνο ως προς τις τελευταίες χωρεί ακύρωση της διαιτητικής απόφασης).

δ) Η συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου, ή η διαιτητική διαδικασία, δεν ήταν σύμφωνη με την συμφωνία των μερών, ή, αν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία, η συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου, ή η διαιτητική διαδικασία, δεν ήταν σύμφωνη με τον νόμο.

ε) Το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι επιδεκτικό διαιτησίας κατά το ελληνικό δίκαιο.

στ) Η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη προς την διεθνή δημόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 του Αστικού Κώδικα.

Στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνεται το σύνολο των πρωταρχικής, βασικής και θεμελιώδους σημασίας αρχών και αντιλήψεων που αποτελούν τη βάση της νομικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της Πολιτείας  (ΑΠ 1532/2008).

Η αντίθεση προς τη δημόσια τάξη, που διαταράσσει τον έννομο ρυθμό της Χώρας, πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο από το διατακτικό της, αλλά και από το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 13/1995).

Δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη, όταν η διαιτητική απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, εκτός αν έτσι, σε συνδυασμό και με το διατακτικό της απόφασης, δημιουργείται κατάσταση αντίθετη προς τις θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης (ΑΠ 1273/2003, ΑΠ 40/2010,  ΑΠ 102/2012 ).