Α. Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας απαριθμεί στο άρθρο 885 μόνο τρεις περιπτώσεις, για τις οποίες παύει να ισχύει η συμφωνία για διαιτησία, οπότε και μπορεί να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση, ύστερα από αγωγή ακύρωσης, μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την κοινοποίησή της, διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΕφΑθ 2496/2020). 

Περίπτωση πρώτη (αριθμός 1 άρθρο 885 ΚΠολΔ).

Η συμφωνία παύει να ισχύει, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά από την ίδια, αν οι διαιτητές, ή ο επιδιαιτητής, που ορίστηκαν με την συμφωνία, ή κατόπιν όρισαν από κοινού οι συμβαλλόμενοι, πεθάνουν, ή δεν αποδεχθούν τον ορισμό τους και δεν έχουν οριστεί αντικαταστάτες, ή ο τρόπος της αντικατάστασής των.

α) Δεν παύει, όμως, να ισχύει η συμφωνία για διαιτησία, εάν καθένας από τους συμβαλλομένους όρισε τον διαιτητή του και ο διαιτητής αυτός δεν αποδέχθηκε τον ορισμό του και για το λόγο αυτό έγινε νόμιμη αντικατάστασή του. Στην περίπτωση αυτή δεν δημιουργείται λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ως εκδοθείσας μετά την παύση της ισχύος της συμφωνίας για διαιτησία.

β) Δεν παύει επίσης να ισχύει η συμφωνία για διαιτησία, στην περίπτωση που ο διαιτητής (ή επιδιαιτητής) είχε, κατά το χρόνο του διορισμού του, την προβλεπόμενη από την συμφωνία διαιτησίας υπηρεσιακή ιδιότητα και μεταγενέστερα απώλεσε αυτήν. Η συμμετοχή του στην εκδοθείσα διαιτητική απόφαση, εφ όσον πριν από την έκδοσή της δεν έγινε δεκτή η ανάκληση, ή αντικατάστασή του γι αυτή την αιτία, δεν συνιστά λόγο  ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης. Δεν θεωρείται ως περίπτωση απώλειας της υπηρεσιακής ιδιότητας η κατά βαθμό προαγωγή δημοσίου λειτουργού (ΑΠ 242/1990).

Περίπτωση δεύτερη (αριθμός 2  άρθρο 885 ΚΠολΔ).

Η συμφωνία παύει να ισχύει, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά από την ίδια, αν περάσει η προθεσμία της ισχύος της συμφωνίας, που ορίσθηκε από την ίδια την συμφωνία, ή, η προθεσμία για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, ή, η προθεσμία που τάσσεται κατά το άρθρο 884 ΚΠολΔ.

Περίπτωση τρίτη (αριθμός 3 άρθρο 885 ΚΠολΔ).

Η συμφωνία παύει να ισχύει, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά από την ίδια, αν οι συμβαλλόμενοι συνομολογήσουν έγγραφα την κατάργηση της συμφωνίας.

Β. Κατά την επικρατούσα άποψη της επιστήμης και νομολογίας, το εύρος του ανισχύρου της διαιτητικής συμφωνίας δεν εξαντλείται με τις  παραπάνω ρυθμίσεις, γιατί η περιορισμένη περιπτωσιολογία του εν λόγω άρθρου έχει συμπληρωματική μόνο αποστολή (ΕφΑθ 4468/1992, ΕφΑθ 262/2012, ΑΠ 1975/2009, ΑΠ 270/2016).

Γ. Γίνεται δεκτό ότι συμβαλλόμενοι μπορούν με την συμφωνία διαιτησίας να ορίσουν περαιτέρω λόγους παύσεως της συμφωνίας, όπως μεταβολή των συνθηκών, υπαναχώρηση, παραίτηση του δικαιούχου και αποδοχή από τον αντισυμβαλλόμενο του, ακύρωση της συμφωνίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής και καταχρηστικότητα κατ’ άρθρο 281 ΑΚ της συμφωνίας περί διαιτησίας (ΕφΑθ 262/2012).

Δ. Κατά συνέπεια η διαιτητική συμφωνία παύει να ισχύει μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, ακόμη και αν ακυρωθεί η τελευταία, επειδή έχει ήδη εκπληρωθεί ο σκοπός της διαιτητικής συμφωνίας, που είναι η έκδοση απόφασης από τους διαιτητές, και δεν αναβιώνει, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμβατική πρόβλεψη.

Ε. Η διαιτητική συμφωνία δεν παύει, όμως, να ισχύει, αν η ακύρωση οφείλεται στην μη νόμιμη συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου (άρθρο 897 αριθμός 3 ΚΠολΔ), ή στην μη νόμιμη εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου κατά τη διαιτητική δίκη (άρθρο 897 αριθμός 8 ΚΠολΔ, άρθρο 544 αριθμό 2 ΚΠολΔ), ή αν η ακύρωση οφείλεται στην μη κλήτευση και συνεπώς παντελή έλλειψη ακρόασης κάποιου από τα συμβληθέντα μέρη (άρθρο 897 αριθμός 5 ΚΠολΔ, άρθρο 886 παρ 2 ΚΠολΔ). Στις περιπτώσεις αυτές η διαιτητική συμφωνία επανέρχεται στη ζωή, με αποτέλεσμα η διαφορά, να εξακολουθεί, να υπάγεται στη διαιτησία και όχι στη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 1549/1979, ΕφΑθ 3521/1980, ΕφΠειρ 334/2007).

ΣΤ. Γίνεται δεκτό ότι η διαιτητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση και όταν εκδόθηκε αφού είχε περάσει η συμφωνημένη από τα συμβαλλόμενα μέρη προθεσμία έκδοσής της. Η καθοριζόμενη από τα μέρη, κατά την έγγραφη συμφωνία της διαιτησίας, προθεσμία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης είναι δυνατό, αναλόγως με τη βούληση των μερών, να αποτελεί, είτε διαλυτική προθεσμία, εντός της οποίας οι διαιτητές οφείλουν να εκπληρώσουν την παροχή τους, να εκδώσουν δηλαδή τη διαιτητική απόφαση, και η παρέλευσή της χωρίς να εκδοθεί απόφαση, συνεπάγεται την παύση της συμφωνίας διαιτησίας, είτε ενδεικτική προθεσμία, η παρέλευση της οποίας δεν συνεπάγεται και την παύση της συμφωνίας για διαιτησία. Η ενδεικτική φύση αυτής της προθεσμίας, αν τέτοια βούληση των μερών δεν προκύπτει σαφώς, μπορεί να προκύπτει από το ότι τα μέρη ανέθεσαν στους διαιτητές την παράταση της προθεσμίας έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και πέραν της προθεσμίας που έχει ορισθεί, χωρίς τη συναίνεση εκείνων (μερών). Η παύση της ισχύος της διαιτητικής συμφωνίας επέρχεται με την παρέλευση της εν λόγω αποκλειστικής προθεσμίας και υπό την προϋπόθεση ότι δεν έλαβε χώρα μεταγενέστερη συμφωνία των μερών, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία ορίσθηκε νέα προθεσμία διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς. Τέτοια σιωπηρή νέα συμφωνία των μερών είναι έγκυρη καίτοι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, υπάρχει δε και όταν οι διάδικοι ή ο έχων ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρος τους, μετά την παρέλευση της προθεσμίας, εμφανισθούν ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου και συμμετάσχουν στη διαιτητική διαδικασία, χωρίς να προβάλουν την ήδη επελθούσα παύση της συμφωνίας για διαιτησία (ΑΠ 270/2016, ΑΠ 1975/2009).

Ζ. Γίνεται δεκτό (ΑΠ 1589/90, ΑΠ 1183/85) ότι, αν και η ισχύς της συμφωνίας διαιτησίας δεν παύει με σιωπηρή παραίτηση των συμβαλλομένων, αν ασκηθεί στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια αγωγή, για διαφορά που υπάγεται στην διαιτησία, μπορεί να θεωρηθεί ως πρόταση στον εναγόμενο για συμβατική κατάργηση της συμφωνίας περί διαιτησίας. Στην περίπτωση αυτή, η απάντηση του εναγομένου στην ουσία της αγωγής με δικόγραφο, ή με τις προτάσεις του και η παράλειψή του να επικαλεσθεί την ένσταση διαιτησίας, ισοδυναμούν με αποδοχή της πρότασης, με αποτέλεσμα να ολοκληρώνεται η έγγραφη κατάρτιση αντίθετης σύμβασης και να παύει έτσι να ισχύει η αρχική συμφωνία για διαιτησία (ΕφΑθ 4468/1992).