Οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 897 ΚΠολΔ και είναι (11). Επειδή είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, είναι ανεπίτρεπτη η ερμηνευτική διεύρυνσή τους και δεν περιλαμβάνονται άλλοι, αναλογικώς εφαρμοζόμενοι.

Κατ άρθρο 898 ΚΠολΔ αρμόδιο για την εκδίκαση της ακυρωτικής αγωγής είναι το Εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση και εκδικάζεται κατά την διαδικασία των άρθρων 670 έως 673, 675 και 676 ΚΠολΔ.

Το τακτικό δικαστήριο που δικάζει την ακυρωτική αγωγή δεν μπορεί να ερευνήσει κατ ουσία την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης, αλλά ερευνά μόνο το κύρος αυτής σε σχέση προς τους περιοριστικώς αναγραφομένους στο άρθρο 897 ΚΠολΔ λόγους ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης, που προβάλλονται σ' αυτό με την ακυρωτική αγωγή (ΕφΑθ 1688/1975). Σε περίπτωση που το δικαστήριο διαπιστώσει την συνδρομή προϋποθέσεων ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης υποχρεούται να ακυρώσει την διαιτητική απόφαση (ΕφΘεσ 2159/1983, ΕφΑθ 4113/2007

Πρώτος Λόγος. «Αν η συμφωνία για διαιτησία είναι άκυρη».

α) Η διάταξη προϋποθέτει άκυρη, αλλά υπαρκτή συμφωνία για διαιτησία. Αν η διαιτητική συμφωνία δεν καταρτίσθηκε, τότε η διαιτητική απόφαση είναι ανύπαρκτη. Αυτό συμβαίνει και όταν η απόφαση εκδόθηκε για αντικείμενο το οποίο δεν είναι επιδεκτικό υπαγωγής σε διαιτησία.

β) Η μη τήρηση του εγγράφου συστατικού τύπου για την διαιτητική συμφωνία, την καθιστά άκυρη και δημιουργεί ακυρωτικό λόγο, εκτός αν η ακυρότητα από την έλλειψη αυτή καλυφθεί με την εμφάνιση των μερών ενώπιον των διαιτητών και την ανεπιφύλακτη συμμετοχή τους στην διαιτητική διαδικασία (869 ΚΠολΔ).

γ) Η ακυρότητα της διαιτητικής συμφωνίας θεραπεύεται, αν ο διάδικος που ζητά την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, λόγω ακυρότητας της διαιτητικής συμφωνίας, είχε παραλείψει να προβάλει την ένσταση ακυρότητας ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου, γιατί η παράλειψη αυτή συνιστά ανεπιφύλακτη συμμετοχή των διαδίκων στην διαιτητική δίκη (869 ΚΠολΔ).

δ) Η ακυρότητα της κυρίας, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, σύμβασης δεν συμπαρασύρει αναγκαίως σε ακυρότητα και την διαιτητική συμφωνία, γιατί έναντι εκείνης, έχει αυτοτέλεια, αυτονομία και αν ακόμη ενταχθεί στο ίδιο έγγραφο και συγχρόνως καταρτιστεί (ΕφΑθ 4113/2007 ΑΠ 1952/2013).

Δεύτερος λόγος. «Λήξη συμφωνίας για διαιτησία».

α) Η διαιτητική  απόφαση υπόκειται σε ακύρωση, αν η διαιτητική συμφωνία εκδόθηκε, αφού η συμφωνία για την διαιτησία έπαψε να ισχύει.

β) Η ακυρότητα της διαιτητικής συμφωνίας θεραπεύεται αν ο διάδικος που ζητά την ακύρωση της, είχε παραλείψει να προβάλλει την ένσταση ακυρότητας ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου, γιατί η παράλειψη αυτή (869 ΚΠολΔ), συνιστά ανεπιφύλακτη συμμετοχή του διαδίκου στη διαιτητική δίκη (ΕφΑθ 4113/2007, ΕφΚερκ 17/2012)

Τρίτος λόγος.  «Παραβίαση των όρων της διαιτητικής συμφωνίας».

α) Η διαιτητική απόφαση ακυρώνεται, όταν παραβιαστούν οι όροι της διαιτητικής συμφωνίας και οι υπόλοιπες συναφείς με τον ορισμό των διαιτητών διατάξεις, καθώς και όταν ανακληθούν οι διαιτητές, ή αποφανθούν παρ ότι έγινε δεκτή αίτηση εξαίρεσης τους.

β) Ο ορισμός, ή ο τρόπος επιλογής, των διαιτητών και του επιδιαιτητή μπορεί να γίνει με τη διαιτητική συμφωνία, ή με ξεχωριστό έγγραφο, που στην ουσία αποτελεί συμπληρωματικό της διαιτητικής συμφωνίας έγγραφο. Αν παραλειφθεί η επιλογή αυτή από τα μέρη, τότε έχουν εφαρμογή τα άρθρα 872-879 και 883 ΚΠολΔ. Αν η επιλογή γίνεται κατά παράβαση όρου της διαιτητικής συμφωνίας, τότε αυτή απολήγει σε παράνομη συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου, η οποία στηρίζει ακυρωτικό λόγο της διαιτητικής απόφασης. Κρίσιμος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ορίζονται οι διαιτητές και όχι ο χρόνος έκδοσης της απόφασης (ΑΠ 242/90, ΑΠ 821/2017).

Τέταρτος λόγος. «Υπέρβαση εξουσίας».

α) Η διαιτητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση, αν εκείνοι που εξέδωσαν την διαιτητική απόφαση υπερέβησαν την οριοθετημένη από την διαιτητική συμφωνία δικαιοδοτική εξουσία τους. Για την κρίση, αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι, αποφασιστικά είναι τα όρια που θέτει η διαιτητική συμφωνία, σε συνδυασμό με τα αιτήματα των διαδίκων μερών.

β) Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν, το διαιτητικό δικαστήριο δικάζει αντικείμενο το οποίο δεν εμπίπτει στην διαιτητική συμφωνία, ή αποφαίνεται για ζητήματα για το οποίο δεν έχει υποβληθεί αίτηση από τα διάδικα μέρη (ΑΠ 1368/1986, ΑΠ 537/2007, ΑΠ 870/2019).

γ) Στην υπέρβαση εξουσίας δεν υπάγεται η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο διαιτητής για την παραδοχή, ή την απόρριψη αιτήματος, που του έχει υποβληθεί στηρίζεται, όχι στα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά σε άλλα που, μολονότι δεν προτάθηκαν, ωστόσο προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό που του υποβλήθηκε, χωρίς πάντως να καταφύγει στις ιδιωτικές γνώσεις του (ΑΠ 1212/2014).

δ) Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, όταν εξετάζονται από τον διαιτητή παρεμπίπτοντα ζητήματα (ΑΠ 40/2010). 

ε) Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, όταν ο διαιτητής έκρινε στην ουσία ότι, δεν έλαβε χώρα η κρινόμενη πράξη, ακόμη και με την εκδοχή ότι το αποδεικτικό υλικό ήταν ανεπαρκές για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης και ότι παρέλειψε να τάξει αποδείξεις, αφού η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης, ή, η εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και η κατ ακολουθίαν αυτής εσφαλμένη ουσιαστική κρίση, αποτελούν ζητήματα για τα οποία δεν δικαιολογείται ακύρωση της διαιτητικής απόφασης (ΑΠ 537/2007).

στ) Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας όταν το διαιτητικό δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε την σύμβαση στην οποία αναφέρεται η διαφορά, είτε προσδιόρισε την παροχή που καθορίστηκε με την σύμβαση, είτε έκανε κακή εκτίμηση των πραγμάτων (ΑΠ 1055/ 1972 ΕφΑθ 3837/1982).

Πέμπτος λόγος. « Παραβίαση της διάταξης του άρθρου 891 ΚΠολΔ».

α) Η διαιτητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση για παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 891 ΚΠολΔ, όταν η έκδοση της διαιτητικής απόφασης έγινε χωρίς διάσκεψη και ψηφοφορία, ή με παρεμπόδιση, ή παράλειψη συμμετοχής μέλους του διαιτητικού δικαστηρίου.  

β) Αν οι διαιτητές είναι περισσότεροι και με την συμφωνία για διαιτησία δεν ορίζεται διαφορετικά αποφασίζουν όλοι από κοινού με τον επιδιαιτητή, κατά πλειοψηφία. Αν δεν σχηματισθεί πλειοψηφία υπερισχύει η γνώμη του επιδιαιτητή. Υποχρέωση προς διάσκεψη και ψηφοφορία ανακύπτει στο Πολυμελές διαιτητικό δικαστήριο. Για την διάσκεψη δεν καθιερώνονται ειδικοί κανόνες, όμως για την ταυτότητα του νομικού λόγου πρέπει να εφαρμοσθούν αναλόγως οι για την έκδοση των αποφάσεων των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων διατάξεις, αφού το διαιτητικό δικαστήριο λειτουργεί ως δικαιοδοτικό υποκατάστατο των τακτικών δικαστηρίων. Κάθε μέλος υποχρεούται να ψηφίσει και αν ακόμη δεν προβλέπεται στην διαιτητική συμφωνία, γιατί αυτό θα αναιρούσε την ουσία του δικαιοδοτικού λειτουργήματος και του διαιτητή, θα ανέτρεπε την σύνθεση του διαιτητικού δικαστηρίου και θα προσέκρουε στην σύμβαση παροχής διαιτητικών υπηρεσιών ( ΕφΑθ 4113/2007, ΑΠ 2111/2017).

Έκτος λόγος. «Παραβίαση της διάταξης του άρθρου 892 ΚΠολΔ».

Η διαιτητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση στις περιπτώσεις.

α) αν το έγγραφο της απόφασης δεν φέρει τις υπογραφές όλων των μελών του διαιτητικού δικαστηρίου, χωρίς να γίνεται μνεία σε αυτή ότι η έλλειψη υπογραφής οφείλεται σε άρνηση, ή κώλυμα, μέλους του διαιτητικού δικαστηρίου, αν αυτό είχε κληθεί για την συμμετοχή του στην διαιτητική διαδικασία και τη διάσκεψη. Αν η απόφαση δεν καταχωρήθηκε σε έγγραφο, ή δεν φέρει μία τουλάχιστον υπογραφή μέλους του διαιτητικού δικαστηρίου.

β) αν δεν γίνεται μνεία του ονοματεπωνύμου μέλους του διαιτητικού δικαστηρίου, ή διάδικου, ενώ αν αυτή είναι ελλειπής, ή ανακριβής, τότε μόνο στηρίζει ακυρωτικό λόγο, αν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

γ) αν έχει παραληφθεί η μνεία του τόπου και του χρόνου έκδοσης της απόφασης στοιχεία, όμως, που αναπληρώνονται από τη, μνεία αυτών στην έκθεση κατάθεσης, που συντάσσεται από την γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου.

δ) αν δεν αναφέρεται η διαιτητική συμφωνία, εφ όσον ο προσδιορισμός της δεν προκύπτει από ερμηνεία αυτής κατά τους κανόνες της καλής πίστης. Δεν απαιτείται παράθεση του κειμένου της

ε) αν δεν περιέχει διατακτικό

στ) αν η διαιτητική απόφαση, με την επιφύλαξη αντιθέτου όρου της διαιτητικής συμφωνίας, δεν περιέχει αιτιολογικό, δηλαδή τα γεγονότα που στηρίζουν το διατακτικό της διαιτητικής απόφασης. Αρκεί η παράθεση των σκέψεων της πλειοψηφίας για το κύρος της απόφασης (ΑΠ 1490/1982, ΕφΑθ 10861/1981, ΕφΑθ 4113/2007, ΕφΚερκ 17/2012, ΑΠ 2111/2017).

Έβδομος λόγος. «Παραβίαση της διάταξης του άρθρου 886 παρ. 2 ΚΠολΔ».

α) Η διαιτητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση, αν παραβιάστηκαν διατάξεις του άρθρου 886 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι κατά την διαιτητική διαδικασία, τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, τηρείται η αρχή της ισότητας και πρέπει να καλούνται τα μέρη να παραστούν κατά τις συζητήσεις και αναπτύξουν, κατά την κρίση των διαιτητών, προφορικώς ή εγγράφως, τους ισχυρισμούς τους και προσκομίσουν τις αποδείξεις τους.

β) Με τη διάταξη αυτή, που περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιβάλλεται η τήρηση, κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας, των αρχών της ισότητας και της ακρόασης των διαδίκων. Ειδικότερα, η πρώτη από τις αρχές αυτές πραγματώνεται, όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά σε σχέση με τους λοιπούς ιδιαίτερα δικαιώματα και δεν απαλλάσσεται από επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις σε δικονομικό επίπεδο, ενώ η δεύτερη αρχή, δηλαδή της ακρόασης, που θεμελιώνεται και στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, εξασφαλίζεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας, αφ ενός μεν να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και να υποβάλλουν τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά τους μέσα, ύστερα από σχετική προς αυτούς κλήτευση των διαιτητών, αφ ετέρου δε να πληροφορηθούν και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα των αντιδίκων τους (ΑΠ 40/2010, ΑΠ 1807/2014, ΑΠ 821/2017).

γ) Η υποχρέωση κλήτευσης και ακρόασης των διαδίκων υπάρχει μόνο κατά τις συνεδριάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου, κατά τις οποίες συζητείται η διαφορά και κατά τις οποίες οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους, να προσκομίσουν τα αποδεικτικά τους μέσα και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς των αντιδίκων τους, αφού μόνο τότε η παράβαση της αρχής της εκατέρωθεν ακρόασης μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, να άγει δηλαδή το διαιτητικό δικαστήριο σε διαφορετική κρίση επί της διαφοράς, εκ του λόγου ότι δεν ακροάστηκε του ετέρου διαδίκου (AΠ 1441/2000, ΑΠ 821/2017).

δ) Δεν υπάρχει παραβίαση των αρχών της διαιτητικής διαδικασίας από μόνο το λόγο ότι, μετά την κίνηση της διαδικασίας της διαιτησίας, με την έγγραφη προσφυγή του ενός των μερών, ο αντίδικός του υπέβαλε στο ίδιο δικαστήριο αντίθετη προσφυγή, που συνεκδικάστηκε με την πρώτη, χωρίς να κληθεί ο αρχικά προσφεύγων να απαντήσει στο δικόγραφό της κατά την προδικασία, πριν δηλαδή τον ορισμό δικασίμου για τη συνεκδίκασή τους. Και τούτο, γιατί παραβίαση των ως άνω αρχών, θεμελιωτική του προαναφερθέντος λόγου ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, συνιστά μόνο η στέρηση των παραπάνω δικονομικών ευχερειών από τον ένα των διαδίκων της διαιτητικής δίκης (ΑΠ 1779/1999, ΑΠ 821/2017).

Όγδοος λόγος. «Αντίθεση προς τις διατάξεις της δημόσιας τάξης».

α) Η διαιτητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση, αν αντίκειται σε διατάξεις δημόσιας τάξης. Ως κανόνες δημόσιας τάξης νοούνται θεμελιώδεις, πολιτικές κοινωνικές ή ηθικές αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης, δηλαδή, όλοι οι αναγκαστικοί κανόνες δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν μπορεί να αποκλειστεί διαμέσου της ιδιωτικής βούλησης. Κρίσιμος χρόνος για την διαπίστωση τυχόν αντίθεσης στην δημόσια τάξη είναι εκείνος κατά τον οποίον εκδόθηκε η απόφαση (ΑΠ 350/1979, ΕφΑθ 2397/1989, (ΕφΑθ 4113/2007).

β) Η αντίθεση στην δημόσια τάξη πρέπει να ερευνάται με βάση το διατακτικό της απόφασης, αλλά μπορεί να αναφέρεται και στις αιτιολογίες, γενικότερα δε στο περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης, που περιέχουν στοιχεία διατακτικού, μπορεί να αναφέρεται, τόσο στις ουσιαστικές διατάξεις της διαιτητικής απόφασης, όσο και σε ζητήματα διαδικαστικά (ΟλΑΠ 1572/1981, ΕφΑθ 4113/2007, ΑΠ 359/2018, ΑΠ 366/016).

Ένατος λόγος. «Αντίθεση στα χρηστά ήθη»

α) Η διαιτητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση, αν το διατακτικό της αντίκειται στα χρηστά ήθη, δηλαδή σε θεμελιώδεις αντιλήψεις που αποτελούν άγραφους κανόνες, χωρίς νομικές κυρώσεις, οι οποίοι χωρίς να εντάσσονται στο έθιμο, εφαρμόζονται όμως για μακρό χρονικό διάστημα.

β) Ο λόγος ιδρύεται, όταν η αντίθεση προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο από το διατακτικό της, αλλά και από το αιτιολογικό της. Η ανεπαρκής, όμως, αιτιολογία της διαιτητικής απόφασης, ή, η ενδεχομένη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νομικών κανόνων, δεν αρκούν για να θεμελιώσουν τον εν λόγω λόγο ακύρωσης, εφ όσον με αυτούς, σε συσχετισμό προς το διατακτικό της απόφασης, δεν παράγεται κατάσταση αντίθετη προς θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές, ή ηθικές αντιλήψεις της ελληνικής εννόμου τάξης (ΑΠ 350/1970, ΕφΑθ 3459/2003, ΑΠ 366/2016, ΑΠ 2111/2017).

γ) Αν η αντίθεση στα χρηστά ήθη αφορά την διαιτητική συμφωνία δεν δημιουργείται ο ακυρωτικός λόγος (ΕφΑθ 3837/1982, (ΕφΑθ 4113/2007).

Δέκατος λόγος. «Απόφαση ακατάληπτη, ή περιέχουσα αντιφατικές διατάξεις».

α) Η διαιτητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση, αν είναι ακατάληπτη, ή περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

β) Ακατάληπτη θεωρείται η απόφαση, η οποία έχει διατυπωθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μπορεί να γίνει αντιληπτό το περιεχόμενο της. Η έλλειψη αυτή πρέπει να είναι σοβαρή. Τούτο συμβαίνει, όταν, εξ αιτίας αυτής, η απόφαση καθίσταται ανεπίδεκτη εκτέλεσης. Αντιθέτως, αν η παράλειψη δεν είναι σοβαρή, αλλά μπορεί να αρθεί με ερμηνεία της απόφασης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος ακύρωση, καθ όσον η έλλειψη συμπληρώνεται με την ερμηνεία της απόφασης.

γ) Το ακατάληπτο και η αντιφατικότητα εντοπίζονται στο διατακτικό της απόφασης και πρέπει να προκαλείται από αυτές αοριστία, ώστε να μην μπορεί να εκτελεστεί η απόφαση, ή να παραγάγει τις άλλες συνέπειές της. Οποιαδήποτε τυχόν αντίφαση των αιτιολογιών μεταξύ τους, που έχει την μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 441/2000, ΑΠ 1601/2009, ΕδΑθ 3459/2003 ).

δ) Εν όψει ότι η ουσία της διαιτητικής απόφασης συνίσταται στην εκτέλεση της, η οποία συνδέεται και εξαρτάται από το διατακτικό της, το ακατάληπτο και η αντιφατικότητα της διαιτητικής απόφασης επάγονται ακυρότητα αυτής, εφ όσον εντοπίζονται στο διατακτικό της, αφού τότε μόνο παράγεται αοριστία, που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της, ή την παραγωγή των άλλων εννόμων συνεπειών της.

ε) Αντιθέτως, δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης το ακατάληπτο και η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αυτής. Διάφορο, βεβαίως, του ακατάληπτου, με την ανωτέρω έννοια, αιτιολογικού είναι το εσφαλμένο αιτιολογικό, το οποίο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δηλαδή, όταν έχει τα προσόντα διατακτικού, θεμελιώνει έννομο συμφέρον του νικήσαντος (βάσει του διατακτικού) διαδίκου για την άσκηση ενδίκων μέσων. Το ακατάληπτο, όμως, αιτιολογικό, εκ μόνου του γεγονότος τούτου, δηλαδή, ότι είναι ακατάληπτο, δεν είναι και εσφαλμένο, για αυτό, εφ όσον είναι μόνο ακατάληπτο, το δικαστήριο χωρεί στην αντικατάσταση, ερμηνεία, συμπλήρωση, ή διευκρίνηση του, χωρίς να θίγεται η απόφαση, όπως ακριβώς και με το εσφαλμένο αιτιολογικό, χωρίς, όμως, τα προσόντα του διατακτικού ( ΕφΙωαν 69/2006).

στ) Η ύπαρξη αντιφατικών απλώς αιτιολογιών, ή, η διαπίστωση αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης, όταν οι αιτιολογίες δεν επέχουν θέση διατακτικού, δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο ακύρωσης, αλλά ενδεχομένως τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 966/2012, ΑΠ 1212/2014).

Ενδέκατος λόγος. «Απόφαση υποκειμένη σε αναψηλάφηση».

Η διαιτητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση, αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους αναψηλάφησης, που προβλέπονται στο άρθρο 544 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή ακύρωσης πρέπει να ασκηθεί εντός των προθεσμιών που ορίζονται  στο άρθρο 545 ΚΠολΔ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Σημειώνεται ότι, μεταξύ των λόγων ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, δεν περιλαμβάνεται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού νόμου, ούτε η κακή των πραγμάτων εκτίμηση κατά την, μετά από εξέταση των διαφορών που υποβλήθηκαν στους διαδίκους, παραδοχή, ή απόρριψη, από αυτούς των σχετικών εκατέρωθεν αξιώσεων ( ΑΠ 906/1993).

Σημειώνεται ότι οι αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδίδονται κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας κατά την διάρκεια της διαιτησίας, δεν ελέγχονται με αγωγή ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, εκτός αν η διαιτητική απόφαση είναι ανύπαρκτη για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται από το άρθρο 313 ΚΠολΔ.