Οι Συμβάσεις που συνάπτονται από πρόσωπο, που κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης,

α) δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή

β) βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του είναι απολύτως άκυρη (ΑΚ 131).

Για να είναι άκυρη η Σύμβαση

α) Δεν απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου (ΑΠ 1396/2001), αλλά αρκεί η θόλωση της διάνοιας του δηλούντος από κάποιο νοσηρό, ή μη, αίτιο, η οποία να επιφέρει σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησής του (ΑΠ 1360/2002) και εντεύθεν αδυναμία του να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της δήλωσης (ΑΠ 1200/2014). Έλλειψη της συνείδησης συνιστά και παροδική διατάραξη, που δεν οφείλεται σε ασθένεια (ΑΠ 1637/2008, 319/2000).

β) Δεν απαιτείται το νοσηρό, ή μη, αίτιο, να είναι διαγνωσμένο, αρκεί οποιοδήποτε αδιάγνωστο, γιατί ασκεί επιρροή, μόνο, το καθοριζόμενο αποτέλεσμα της στέρησης, είτε της συνείδησης των πραττομένων, είτε της χρήσης του λογικού, παροδικώς. Το δικαστήριο κρίνει για την ύπαρξη των αποτελούντων την έννοια της έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και του λογικού με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 5124/2006, ΕφΠειρ  343/2013).

γ) Δεν έχει σημασία η γνώση ή η άγνοια της κατάστασης αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο, ούτε απαιτείται εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής από τον άλλον (ΑΠ 1291/2009, ΠολΠρΑθ 1490/2011) 

δ) Δεν απαιτείται η υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση, αρκεί η ψυχική, ή διανοητική, διαταραχή του, να περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, που θα δικαιολογούσε την υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της συγκεκριμένης σύμβασης (ΑΠ 48/2009, 12/2005, ΑΠ 1599/2014).

ε) Αν ο δηλών δεν είναι σε κατάσταση κηρυγμένης στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, πλην όμως κατά τη στιγμή κατά την οποία έγινε η δήλωση δεν υπήρχε βούληση, είτε γιατί έλειπε σε αυτόν η συνείδηση των πραττομένων, είτε γιατί, λόγω νόσου, έλειπε το λογικό, η δήλωση βούλησης και η συναφθείσα σύμβαση είναι άκυρη (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 1709/199)

στ) Αν η δήλωση βούλησης απευθυνόταν σε άλλον, που αγνοούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλάχθηκε, μπορεί το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί κατά τις περιστάσεις να ανορθώσει την ζημία που επήλθε από την ακυρότητα, εφ όσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού (άρθρο 132 ΑΚ). 

ζ) Η ακυρότητα της σύμβασης είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας είναι καταχρηστική διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Έτσι, ο επικαλούμενος δικαιοπραξία βαρύνεται με την απόδειξη της κατάρτισης αυτής, ενώ ο αντίδικος του βαρύνεται με την απόδειξη της έλλειψης της δικαιοπρακτικής ικανότητας (ΕφΑθ  5094/2011).