Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150, 151 και 152 Α.Κ. προκύπτει ότι, όποιος εξαναγκάστηκε σε δήλωση βούλησης με απειλή, που ασκήθηκε παράνομα, ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη από τον άλλο, ή από τρίτο, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της σύμβασης και  παράλληλα, εφ όσον η απειλή περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρα 914 επ. Α.Κ.), ενώ έχει επίσης το δικαίωμα να αποδεχθεί την δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση, κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία.

Β. Απειλή θεωρείται η εξαγγελία κάποιου κακού για τον απειλούμενο, με την οποία ο τελευταίος περιάγεται σε κατάσταση ψυχολογικής πίεσης, συνεπεία της οποίας φρονεί ότι πρέπει να προβεί στην υπό του απειλούντος επιδιωκόμενη δήλωση βούλησης, προκειμένου να αποφύγει την επέλευση του κακού.

Γ. Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, η απειλή αντιμετωπίζεται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες,

α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική την βούληση του απειληθέντος, εξ αιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσης του

β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απειλήσαντος, η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Δ. Επομένως για την ακύρωση της σύμβασης λόγω απειλής απαιτείται,

α) να απειλείται κακό για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή και την περιουσία του απειλουμένου, ή των προσώπων, που συνδέονται στενότατα με αυτόν.

β) ο κίνδυνος επέλευσης του κακού να είναι άμεσος, δηλαδή επικείμενος και σπουδαίος, δηλαδή πραγματικός και να είναι ικανός να προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο.

γ) η απειλή να είναι παράνομη, ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη.

δ) Η απειλή να έγινε προς το σκοπό να οδηγηθεί ο απειλούμενος, μέσω της ψυχολογικής πίεσης που του ασκείται, σε δήλωση βούλησης ορισμένου περιεχομένου (ΕφΛαρ 47/2011).

Ε. Η απειλή δεν μπορεί να συνίσταται σε άσκηση νομίμου δικαιώματος. Εναλλακτικά, μπορεί να πρόκειται για ανήθικη απειλή, όταν το εξαγγελλόμενο κακό αντίκειται στα χρηστά ήθη ή δεν τελεί σε συνάφεια με την επιδιωκόμενη δήλωση βούλησης, παρ ότι αποτελεί άσκηση νομίμου δικαιώματος, ή όταν το απειλούμενο κακό δεν αποτελεί το κατάλληλο μέσο για το σκοπό που επιδιώκεται και ο επιδιωκόμενος ή ο απειλούμενος σκοπός είναι αντίθετος προς τα χρηστά ήθη (ΑΠ 1912/2008 Αρμ 2009/1506).

ΣΤ. Ετσι, στην περίπτωση απειλής άσκησης αγωγής, ή χρησιμοποίησης άλλων εννόμων βοηθημάτων, μπορεί να στοιχειοθετηθεί αντίθεση στα χρηστά ήθη, μόνο όταν ο απειλών, με τη χρησιμοποίηση αυτών, αποβλέπει σε άλλα πλεονεκτήματα, ουσιαστικά άσχετα προς εκείνα στα οποία, εξ αντικειμένου, τείνουν τα εν λόγω έννομα βοηθήματα (ΑΠ 909/2015, ΤρΕφΠατρων 116/2019 ).

Ζ. Αναφορικά με την απειλή μήνυσης, αυτή είναι επιτρεπτή, εάν στρέφεται κατά του δράστη αξιόποινης πράξης και αποσκοπεί στο να τον εξαναγκάσει να επανορθώσει την ζημία που πράγματι έχει προκληθεί από την αξιόποινη πράξη που ο ίδιος έχει τελέσει, ή να συναινέσει στην λύση της σύμβασης εργασίας με τον απειλήσαντα αυτόν, κατά του οποίου στρέφεται η εν λόγω αξιόποινη πράξη ΤρΕφΠατρων 116/2019.

Η. Την ακύρωση της σύμβασης έχει το δικαίωμα να ζητήσει μόνο αυτός που πλανήθηκε και οι κληρονόμοι του.

Θ. Όποιος απειλήθηκε (εξαναγκάστηκε σε δήλωση βούλησης με απειλή)

έχει δικαίωμα να ζητήσει

 α) την ακύρωση της σύμβασης

β) παράλληλα, εφ όσον η απειλή περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρα 914 επ. Α.Κ.),

γ) παράλληλα χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη (ΑΠ 282/2010).. 

δ) να αποδεχθεί την σύμβαση και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση, κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία (ΑΠ 282/2010, ΑΠ 1447/2010).

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση της σύμβασης λόγω απειλής αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της σύμβασης. Στην περίπτωση, όμως, που η απειλή εξακολούθησε και μετά την σύμβαση, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα αφ ότου πέρασε η κατάσταση που ήταν η δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλομένου, δηλαδή από την αποκάλυψη της απειλής.

Κατά το άρθρο 280 ΑΚ, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την αποσβεστική προθεσμία, ενώ η παραίτηση από αυτήν είναι άκυρη (ΑΠ 745/2017).

ΙΑ. Το αντίθετο δεν προκύπτει από το άρθρο 273 ΑΚ, που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων, γιατί η διάταξη αυτή ισχύει επί παραγραφής και δεν μπορεί να γίνει ανάλογη εφαρμογή της και επί αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 279 ΑΚ, αφού δεν συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1408/1980, ΑΠ 1447/2010).