Α. Εγγυοδοσία ονομάζεται η εξασφάλιση που παρέχεται με μετρητά, χρεώγραφα, κλπ, από ένα πρόσωπο για την καλή εκπλήρωση των καθηκόντων του, ή άλλου οφειλέτη, ή τρίτου για την εκπλήρωση συγκεκριμένης υποχρέωσής του.

Β. Είναι σύμβαση «suis generis» και θεμελιώνεται στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), αποτελεί δε εξασφαλιστική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία ο εγγυοδότης δίνει προς τρίτο εγγυολήπτη την υπόσχεση ότι θα ευθύνεται απέναντί του για την περίπτωση, που θα πραγματοποιηθεί κάποιος κίνδυνος, που αφορά τον εγγυολήπτη (ΑΠ 1261/2004).

Β. Η εγγυοδοσία, είτε καθορίζεται από το νόμο, είτε επιβάλλεται από δικαστική απόφαση (αναγκαστική εγγυοδοσία), είτε προβλέπεται από τη συγκεκριμένη σύμβαση (συμβατική εγγυοδοσία).

Δ. Στη συμβατική εγγυοδοσία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εγγυήσεως του ΑΚ (άρθρο 847 επ. ΑΚ). Ρυθμίζεται από τους όρους της συμβάσεως κατ' άρθρο 361 ΑΚ (ΑΠ 1261/2004, ΑΠ 1500/2008).