Α. Από την διάταξη του άρθρου 402 ΑΚ προκύπτει ότι, κατά την σύναψη σύμβασης μπορεί να δοθεί αρραβώνας. Η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει τον αρραβώνα, ο οποίος δίδεται κατά την κατάρτιση της κυρίας σύμβασης και όχι αυτόν που δίδεται προ της κατάρτισης της κυρίας σύμβασης.

Β. Στην περίπτωση αυτή, αυτός που δίδει τον αρραβώνα, εν αρνήσει του άλλου προς σύμπραξη για την σύναψη της οριστικής σύμβασης δικαιούται, είτε να αξιώσει την επιστροφή διπλασίου του δοθέντος αρραβώνος (ΑΚ 403), αν είναι δότης, ή να αρκεσθεί σ' αυτόν, αν είναι λήπτης (ΤρΕφΠειρ  22/2018). 

Γ. Σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, το είδος του αρραβώνα εξαρτάται από τη βούληση των μερών. Από τις διατάξεις των άρθρων 402 και 403 ΑΚ προκύπτει ότι, ο αρραβώνας που δίδεται για εξασφάλιση μιας σύμβασης χαρακτηρίζεται, είτε α) ως επιβεβαιωτικός της κατάρτισής της, είτε β) έχει την έννοια του επιτίμιου μεταμέλειας, που παρέχει στους συμβαλλομένους δικαίωμα να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση, χάνοντας τον αρραβώνα, ή να αποδώσουν το διπλάσιο, είτε γ) έχει την έννοια της ποινής που λειτουργεί σε περίπτωση μη εκπλήρωσης, ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης της σύμβασης, κατά τρόπο ανάλογο της ποινικής ρήτρας.

Δ. Ο αρραβώνας μεταμέλειας είναι διαφορετικός από τον επιβεβαιωτικό, γιατί ο επιβεβαιωτικός δίδεται προς ενίσχυση της σύμβασης, ενώ ο της μεταμέλειας προς εξασθένηση και ανατροπή της. Για αυτό απαιτείται, για τον χαρακτηρισμό του ως αρραβώνα, να συνάγεται κατά τρόπο αναμφίβολο ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να έχουν το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, χάνοντας τον αρραβώνα, ή αποδίδοντας αυτόν διπλάσιο (ΑΠ 1118/1993, ΕφΑθ 4273/2005).

Ε. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 402 ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας ο αρραβώνας θεωρείται μόνο ποινικός, που λειτουργεί, σύμφωνα με το άρθρο 403 ΑΚ, κατά τρόπο παρόμοιο προς τη λειτουργία της ποινικής ρήτρας. Επομένως, ο ποινικός αρραβώνας καταπίπτει σε περίπτωση υπαίτιας αδυναμίας προς εκπλήρωση της κύριας σύμβασης και σε περίπτωση υπερημερίας αυτού, η οποία επέρχεται με την πάροδο της ημέρας προς εκτέλεση της σύμβασης, όταν έχει ορισθεί τέτοια, αλλιώς από την όχληση, οπότε ο δανειστής αποκτά δικαίωμα από την παρεπόμενη αρραβωνική σύμβαση, είτε στον αρραβώνα που έλαβε, είτε αξίωση προς απόδοση του διπλασίου, μη αποκλειομένης «εν αμφιβολία» και υποχρέωσης για παραπέρα αποζημίωση, μειούμενης κατά το ποσό του αρραβώνα (ΑΠ 1118/1993, ΑΠ 2123/1984, ΕφΑθ 1704/2008).

ΣΤ. Σε αμφοτεροβαρείς συμβάσεις που εξασφαλίσθηκαν με αρραβώνα, ο αναίτιος μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και, αν μεν είναι εκείνος που έδωσε τον αρραβώνα, δικαιούται να δηλώσει υπαναχώρηση λαμβάνοντας εις διπλούν αυτόν (άρθρο 403 εδ. α ΑΚ) ενώ, αν είναι ο λήπτης, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση κρατώντας τον αρραβώνα. Και οι δύο αυτοί δεν αποκλείεται να ζητήσουν την αποκατάσταση κάθε περαιτέρω ζημίας, που θα μειώνεται όμως κατά το ποσό του αρραβώνα.

Ζ. Στην αμφοτεροβαρή σύμβαση, η παρεπόμενη συνομολόγηση αρραβώνα δεν απαλλάσσει τον υπαίτιο μη εκπλήρωσης της σύμβασης από τις λοιπές συνέπειες που καθορίζονται από τον ΑΚ για τέτοιον οφειλέτη, εκπίπτεται, όμως, πάντοτε ο αρραβώνας (ΕφΛαρ 363/2002).  

Η. Η αρραβωνική σύμβαση, ως παρεπομένη της κυρίας σύμβασης, υποβάλλεται στον ίδιο συστατικό τύπο, ο οποίος προβλέπεται για την κύρια σύμβαση (ΑΠ 1500/2008).

Θ. Ο αρραβώνας δεν αναζητείται, βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της προκαταβολής. Όταν, όμως, ο αρραβώνας αφορά σύμβαση, ή προσύμφωνο που καταρτίζεται με τήρηση τύπου, ο ίδιος τύπος απαιτείται και για την σύμβαση του αρραβώνα, ως παρεπόμενη της πρώτης, άλλως ο αρραβώνας αυτός είναι άκυρος και ο δοθείς αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΕφΑθ 1879/2007, ΕφΑθ 7059/2004, ΤρΕφΠειρ  22/2018).