Κατά το άρθρο 7 εδ. α ν. 2112/1920 «πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι`ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου».

Α. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής «μονομερής μεταβολή» θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος, να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από τον νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας, ή τον κανονισμό εργασίας, ή δεν ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα, που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του, ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος.

Β. Απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας, να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σε αυτόν άμεση, ή έμμεση, υλική, ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση, που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

Γ. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας, που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού δικαιώματός του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση, αλλά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος, να λαμβάνει υπ όψιν κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους (ΑΠ 668/2016).

Δ. Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει τον μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα (ΑΠ  710/2021)

α) είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του

β) είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση

γ) είτε να αποκρούσει την μεταβολή και να εξακολουθήσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρηση αυτών, οπότε αν ο εργοδότης αποκρούσει την παροχή εργασίας με τους όρους αυτούς καθίσταται υπερήμερος και ο μισθωτός δικαιούται να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας.

Σημείωση 1

Προϋπόθεση για τα παραπάνω είναι η μονομερής ενέργεια εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν συντρέχει όταν γίνεται κατ' ενάσκηση δικαιώματος αναγνωρισμένου από τον νόμο ή τον κανονισμό εργασίας ο οποίος έχει ισχύ νόμου.

Σημείωση 2

Βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει και όταν ο εργοδότης αναθέτει στον εργαζόμενο καθήκοντα υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσεως στην επιχείρηση, που συνεπάγονται υλικές ή ηθικές συνέπειες, ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του.

Σημείωση 3

Ο εργοδότης ασκώντας το από το άρθρο 652 ΑΚ συναγόμενο διευθυντικό δικαίωμα αυτού, στο οποίο υπόκειται ο εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας, έχει την εξουσία να καθορίζει αυτός το είδος, τον τόπο, τον χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας και να ρυθμίζει κάθε θέμα που αφορά στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχείρησής του προς επίτευξη των σκοπών της. Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να ασκεί το δικαίωμα αυτό καταχρηστικώς. Έτσι υπάρχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη όταν αυτό ασκείται μεν σύμφωνα με τους όρους της εργασιακής συμβάσεως, του νόμου ή του εσωτερικού κανονισμού εργασίας αλλά όμως κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, οπότε η απόφασή του είναι αντίθετη προς τον νόμο και θεωρείται άκυρη (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 1419/17, ΑΠ  710/2021).

Σημείωση 4

Κρίσιμος χρόνος για τον χαρακτηρισμό της μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας ως βλαπτικής ή μη είναι κατ αρχήν ο χρόνος πραγματοποίησης της μεταβολής αυτής, αφού κατά τον χρόνο αυτό και με τα υπάρχοντα τότε δεδομένα καλείται ο εργαζόμενος, να την αποδεχθεί, ή να την αποκρούσει, εφ όσον όμως η μεταβολή αυτή κατά το χρόνο της πραγματοποίησής της είναι οριστική και μόνιμη και όχι, όταν η τοποθέτηση του μισθωτού γίνεται σε θέση προσωρινά υποδεέστερη της προηγουμένως κατεχόμενης, με βεβαιότητα αναβάθμισής του στο προσεχές μέλλον με την ανάθεση καθηκόντων ανάλογης σπουδαιότητας και κρίσιμων αρμοδιοτήτων για μεγάλο, ή και απεριόριστο, χρονικό διάστημα (ΑΠ 126/201, ΑΠ 668/2016).