Σύμφωνα με τα άρθρα 3, 167, 174, 180, 200, 281, 288, 361, 648, 649, 669, 672 ΑΚ, 68, 70 ΚΠολΔ, η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου λήγει, με την πάροδο ορισμένου χρονικού σημείου, χωρίς να απαιτείται καταγγελία, ή προειδοποίηση.

Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 672 ΑΚ, την σύμβαση ορισμένου χρόνου μπορεί, πάντοτε, τα μέρη να καταγγείλουν, εκτάκτως, οποτεδήποτε, για σπουδαίο λόγο, χωρίς την τήρηση προθεσμίας Με την περιέλευση της καταγγελίας στον αντισυμβαλλόμενο, λύεται για το μέλλον η έννομη σχέση, δηλ. η καταγγελία έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια. Τυχόν ανυπαρξία σπουδαίου λόγου καθιστά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου άκυρη.

Σπουδαίο λόγο αποτελούν πραγματικά περιστατικά (ακόμη και μεμονωμένο περιστατικό), τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα, τη συνέχιση, μέχρι τη λήξη, της συμβάσεως εργασίας. Στην περίπτωση επικλήσεως περισσοτέρων περιστατικών, αρκεί η έρευνα και ενός, εφ' όσον δικαιολογεί, πράγματι, την πρόωρη λύση της συμβάσεως. Διαφορετικά, ερευνάται το σύνολο των περιστατικών και, αν αυτά, αθροιστικά, επιβαρύνουν την εργασιακή σχέση σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται, για τον καταγγέλλοντα, μη ανεκτή η συνέχισή της (ΑΠ 222/2021).

Σημείωση 1

Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας, απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του πιο πάνω αποτελέσματός της (ΑΠ 222/2021).

Σημείωση 2

Η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του εργαζομένου, χωρίς να προϋποτίθεται, αναγκαίως και υπαιτιότητά του ή το ίδιο, ο κλονισμός ή η απώλεια της προσωπικής συνεργασίας και η απώλεια ή έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του εργαζομένου, που συνεπάγεται ακαταλληλότητά του για την εργασία, για την οποία είχε προσληφθεί, ακόμη, το πειθαρχικό παράπτωμα του εργαζομένου, κατά τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη, συνιστούν σπουδαίο λόγο (ΑΠ 606/2019, ΑΠ 652/2009).

Σημείωση 3

Ακυρότητα της καταγγελίας επιφέρει και η καταχρηστική άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος του εργοδότη. Έτσι, η καταγγελία για σπουδαίο λόγο δεν πρέπει να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος υπάρχει δε, «προφανής» υπέρβαση, όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, η υπέρβαση είναι αναμφισβήτητη, σε σχέση με το όφελος, ήτοι με την προστασία των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 1532/2000).

Σημείωση 4

Το δικαστήριο ερευνά, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού. Το δικαστήριο δηλ. εξετάζει, αν υπάρχουν άλλα, ηπιότερα από την καταγγελία, μέτρα, εξ ίσου πρόσφορα για την διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη και, έτσι, αν η καταγγελία είναι προς τούτο (για την διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη), όχι μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέτρο. Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί ιδιαίτερη εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, απορρέει από τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου και ήδη καθιερώνεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος (ΑΠ 904/2012, ΑΠ 222/2021).

Σημείωση 5

Δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, αυτός, που θεμελιώνεται αποκλειστικώς στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 288 ΑΚ και, ειδικότερα, στο ότι δεν καταγγέλθηκε και η σύμβαση άλλων (ή άλλου) εργαζομένων, που υπέπεσαν στο ίδιο παράπτωμα (ΑΠ 255/2006, ΑΠ 222/2021).