Α. Σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη, ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και για αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.

Β. Εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.( Ολ.ΑΠ 28/2005, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 465/2013, ΑΠ 666/2009).

Σημείωση 1

Δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο τρόπος προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του απασχολουμένου, η ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ, η χορήγηση σε αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η μη ασφάλισή του σε Ταμείο Ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών (ΑΠ 163/2021).

Σημείωση 2

Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχολήσεώς του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη, ως προς τον τρόπο και εν μέρει ως προς τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από την σύμβαση και την φύση των υπηρεσιών τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 163/2021).

Γ. Τεκμήριο υπέρ της μισθωτής εργασίας

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 1 ν. 2639/1998, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.  3846/2010 «Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ΄ οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες».

Η διάταξη αυτή εισάγει τεκμήριο υπέρ της μισθωτής εργασίας και δεν μετατρέπει τις συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Το βάρος της απόδειξης ότι δεν πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας φέρει ο εργοδότης.

Δ. Μη εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας

Προκειμένης συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που αξιώνουν αποζημίωση με βάση την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως μισθοί υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης, άλλως αποζημίωση λόγω καταγγελίας και επιπλέον δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών, αδείας και ισολογισμού, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 163/2021).

Ε. Λύση της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών

Η λύση της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, είτε είναι ορισμένου χρόνου, είτε αορίστου, λύνεται οποτεδήποτε με καταγγελία για σπουδαίο λόγο χωρίς την τήρηση προθεσμίας (άρθρο 672 ΑΚ).

Αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αόριστης διάρκειας σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε, από κάθε ένα από τα μέρη, με καταγγελία που πρέπει να γίνει, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά, πριν από (15) ημέρες και επιφέρει την λύση της σύμβασης μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, δεκαπενθήμερης, ή της οριζομένης στο νόμο, ή την σύμβαση τυχόν μεγαλύτερης (άρθρο 669 παρ. 2).

Η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει ως καταχρηστική την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.