Α. Με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 66 ν. 4808/2021 ομαδοποιούνται οι περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και παρατίθενται περιπτώσεις όπου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη για συγκεκριμένους λόγους. Οι λόγοι αυτοί είναι

α) Οφείλεται στην μη υποβολή αιτήματος για διευθέτηση του χρόνου εργασίας, παρά την επιμονή του εργοδότη.

β) Γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου.

γ) Οφείλεται στην άσκηση των δικαιωμάτων του εργαζομένου σε περίπτωση βίας και παρενόχλησης.

δ) Οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου, ή εκδικητικότητα, λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση.

ε) Των εγκύων και τεκουσών γυναικών,

στ)  Του πατέρα του νεογεννηθέντος τέκνου, όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος,

ζ) Ως αντίδραση στο αίτημα ή την λήψη οποιασδήποτε άδειας, ή ευέλικτης ρύθμισης για λόγους φροντίδας του τέκνου,

η) Κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής,

θ) Των πολύτεκνων, αναπήρων και εν γένει προστατευόμενων προσώπων,

ι) Των στρατευμένων,

ια) Των μετεκπαιδευομένων εργαζομένων σε τουριστικές επιχειρήσεις,

ιβ) Που γίνεται κατά παράβαση της νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων, ιγ) Κατά των συνδικαλιστικών στελεχών και των μελών των συμβουλίων εργαζομένων,

ιδ) Που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου,

ιε) Λόγω μη αποδοχής από τον εργαζόμενο πρότασης του εργοδότη για μερική απασχόληση ή εκ περιτροπής εργασία,

ιστ) Των εργαζομένων που αρνούνται την διευθέτηση που έχει συμφωνηθεί συλλογικά και η άρνησή τους δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη.

Σημείωση 1

Το βάρος απόδειξης ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους παραπάνω λόγους φέρει ο εργαζόμενος. Εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο.

Β.  Όταν η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου γίνεται για άλλους λόγους, εκτός των λόγων της παρ. 1 του άρθρου 66 ν. 4808/2021, το Δικαστήριο δύναται κατά την κρίση του, μετά από αίτημα του εργοδότη, ή και του εργαζομένου, ακυρώνοντας την απόλυση, να μην διατάξει την επιστροφή του εργαζομένου στην εργασία του,  αλλά να επιδικάσει ποσό πρόσθετης αποζημίωσης.

α) Οι λόγοι αυτοί δεν προσδιορίζονται από τον νόμο, αλλά εμμέσως προκύπτει ότι τέτοιοι λόγοι υφίστανται, α) όταν υπάρχει  (γενικά) ένταση στις σχέσεις εργοδότη και εργαζόμενου, που δεν καλύπτεται από τις παραπάνω περιπτώσεις και β) όταν η επιχείρηση έχει οικονομικά προβλήματα, ή είναι σε αναδιάρθρωση.

β) Η πρόσθετη (έξτρα) αποζημίωση κυμαίνεται από 3 έως 24 μηνιάτικα. Αν προστεθούν και τα 12 μηνιάτικα της κανονικής αποζημίωσης που δικαιούται ο μισθωτός, εφ όσον έχει από 16 έτη και πάνω συμπληρωμένα στον ίδιο εργοδότη, τότε το συνολικό πακέτο της αποζημίωσης μπορεί να φτάσει έως τα 36 μηνιάτικα. Το εύρος της έξτρα αποζημίωσης το καθορίζει το δικαστήριο με δυο βασικά κριτήρια, α)  την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και β) την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη.

Σημείωση 2

Σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 66 ν.4808/2021, στην περίπτωση που έχει καταβληθεί η αποζημίωση απόλυσης, αλλά δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955,η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου  ισχυροποιείται, αν ο εργοδότης καλύψει την τυπική παράλειψη εντός προθεσμίας (1) μηνός από την επίδοση της σχετικής αγωγής, ή από την υποβολή αιτήματος επίλυσης εργατικής διαφοράς. Στην περίπτωση καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης λόγω σφάλματος ή πλάνης του εργοδότη, η καταγγελία δεν θεωρείται άκυρη αλλά διατάσσεται η συμπλήρωση της αποζημίωσης.

Γ. Κάθε αξίωση του εργαζομένου, που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας, είναι απαράδεκτη, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν ασκηθεί εντός ανατρεπτικής (αποσβεστικής) προθεσμίας (3) μηνών από την λύση της σχέσης εργασίας. Η προθεσμία αυτή λαμβάνεται υπ' όψιν (και) αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και αφετηρία της αποτελεί ο χρόνος λύσης της σχέσης εργασίας (άρθρα 6 παρ.1 ν. 3198/1955, 279, 280, 240, 241, 242, 243, 251 ΑΚ). Η μη επίδοση της αγωγής στον εργοδότη, εμπρόθεσμα (άρθρα 215, 221 ΚΠολΔ), καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, που πλήττει, κυρίως, το δικαίωμα της επικλήσεως και της προσβολής της καταγγελίας, ως άκυρης, για οποιονδήποτε λόγο και κατ' ανάγκη τις ουσιαστικές αξιώσεις, οι οποίες συνέχονται, με αυτό το απαράδεκτο. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η καταγγελία καθίσταται έγκυρη και ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει, μόνο, την πληρωμή της νόμιμης αποζημιώσεως ενώ οι σχετικές αξιώσεις, οι οποίες προϋποθέτουν την ακυρότητα, αποσβέννυνται και η αγωγή απορρίπτεται, ως ουσιαστικά απαράδεκτη.

Δ. Η αξίωση για την καταβολή, ή συμπλήρωση της νόμιμης αποζημίωσης είναι απαράδεκτη, εάν η αγωγή δεν ασκηθεί εντός προθεσμίας (6) μηνών, η προθεσμία είναι ανατρεπτική (αποσβεστική) και έχει ως αφετηρία τον χρόνο λύσης της σχέσης εργασίας και λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρα 6 παρ.2 εδ. α ν. 3198/1955, 279, 280, 241, 240, 242, 243, 251 ΑΚ). Η μη επίδοση της αγωγής στον εργοδότη, εμπρόθεσμα (άρθρα 215, 221 ΚΠολΔ), καθιερώνει, επίσης, ουσιαστικό απαράδεκτο και η αγωγή απορρίπτεται, ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 105/2020).