Α. Όταν η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου γίνεται για λόγους, α) που δεν αναφέρονται ειδικά στο άρθρο 66 (βλ. ανάρτηση «Άκυρη καταχρηστική απόλυση»), ή β) ο εργαζόμενος, για οιονδήποτε λόγο απολυθεί το ζητήσει, το Δικαστήριο δύναται κατά την κρίση του, μετά από αίτημα του εργοδότη, ή και του εργαζομένου, ακυρώνοντας την απόλυση, να μην διατάξει την επιστροφή του εργαζομένου στην εργασία του,  αλλά να του επιδικάσει ποσό πρόσθετης αποζημίωσης (Άρθρο 66).

Β. Οι λόγοι αυτοί δεν προσδιορίζονται από τον νόμο, αλλά εμμέσως προκύπτει ότι τέτοιοι λόγοι υφίστανται, α) όταν υπάρχει  (γενικά) ένταση στις σχέσεις εργοδότη και εργαζόμενου, που δεν καλύπτεται από τις παραπάνω περιπτώσεις και β) όταν η επιχείρηση έχει οικονομικά προβλήματα, ή είναι σε αναδιάρθρωση.

Γ. Η πρόσθετη (έξτρα) αποζημίωση κυμαίνεται από 3 έως 24 μηνιάτικα. Αν προστεθούν και τα 12 μηνιάτικα της κανονικής αποζημίωσης που δικαιούται ο μισθωτός, εφ όσον έχει από 16 έτη και πάνω συμπληρωμένα στον ίδιο εργοδότη, τότε το συνολικό πακέτο της αποζημίωσης μπορεί να φτάσει έως τα 36 μηνιάτικα. Το εύρος της έξτρα αποζημίωσης το καθορίζει το δικαστήριο με δυο βασικά κριτήρια, α)  την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και β) την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη.

Σημείωση 1

Απαγορεύεται με ποινή απαραδέκτου η σώρευση στην αγωγή (ακόμη και επικουρική) αιτήματος για πρόσθετη αποζημίωση με αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας (Άρθρο 66).

Σημείωση 2   

α) Εάν κατά την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις για την εγκυρότητά της, με εξαίρεση την καταβολή της αποζημίωσης απολύσεως, το κύρος της καταγγελίας ισχυροποιείται, εφ όσον ο εργοδότης καλύψει την τυπική παράλειψη εντός προθεσμίας (1) μηνός από την επίδοση της σχετικής αγωγής, ή από την υποβολή αιτήματος επίλυσης εργατικής διαφοράς.

β) Όταν το ποσό της αποζημίωσης υπολείπεται του ποσού της νόμιμης αποζημίωσης λόγω προφανούς σφάλματος, ή εύλογης αμφιβολίας ως προς τη βάση υπολογισμού αυτής, η καταγγελία δεν ακυρώνεται, αλλά διατάσσεται η συμπλήρωσή της (Άρθρο 66).