Η άρνηση του εργοδότη, ύστερα από άκυρη εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης εργασίας (για οποιονδήποτε λόγο), να δεχθεί την εργασία του εργαζομένου, τον καθιστά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου.

Στην περίπτωση αυτή, αν ο εργαζόμενος εμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 361, 648, 649, 350, 349, 654, 655, 653, 656, 652 ΑΚ, ο εργοδότης υποχρεούται να του καταβάλει τις αποδοχές του (μισθούς υπερημερίας), δηλαδή, τον νόμιμο, ή συμφωνημένο, μισθό του και ότι άλλο ο εργαζόμενος θα εισέπραττε, αν η προσφορά της εργασίας του συνεχιζόταν κανονικά μέχρι την άρση της υπερημερίας, χωρίς ο εργαζόμενος, να υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του (ΑΠ 105/2020).

Σημείωση 1

Η αξίωση του εργαζομένου από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, είναι απαράδεκτη, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν ασκηθεί εντός προθεσμίας (3) μηνών από την λύση της σχέση εργασίας. Η προθεσμία αυτή λαμβάνεται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και αφετηρία της αποτελεί ο χρόνος λύσης της σχέσης εργασίας.

Σημείωση 2

Αν ο εργαζόμενος θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία, δικαιούται να αξιώσει την νόμιμη αποζημίωση. Η αξίωση για καταβολή, ή συμπλήρωση, της νόμιμης αποζημίωσης  είναι απαράδεκτη, εφ όσον η σχετική αγωγή δεν ασκηθεί εντός προθεσμίας (6) μηνών από την λύση της σύμβασης εργασίας, που λαμβάνεται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.