Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 325, 329, 353 και 656 ΑΚ, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική, α) με μη καταβολή μισθού, ή β) με παράβαση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, δικαιούται, να ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, δηλαδή να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Α. Η επίσχεση εργασίας έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Η επίσχεση  εργασίας, δηλαδή, χρησιμεύει ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης από αυτόν αντιπαροχής (ΑΠ 670/2018).

Β. Η επίσχεση  εργασίας, ασκείται με δήλωση του εργαζομένου προς τον εργοδότη, η οποία πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, χωρίς να αρκεί απλή άρνηση εργασίας, εγγράφως ή προφορικώς, συνήθως με επίδοση εξωδίκου στον εργοδότη.  

Γ. Μετά την άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας,  ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη την δήλωση επίσχεσης να θεωρήσει ότι η σύμβαση εργασίας λύθηκε από τον μισθωτό με οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του. Αν αποκρούσει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβεί σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης) καθίσταται υπερήμερος.

Δ. Η υπερημερία του εργοδότη παύει α) με την αποδοχή της εργασίας, β) με την δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, γ) με την καθ οιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εργασίας και δ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη.

Ε. Η σύναψη κατά την διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη εκ μέρους του εργαζομένου σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με άλλον εργοδότη δεν αίρει την υπερημερία του προηγουμένου, ο οποίος κατά το άρθρο 656 εδ. β ΑΚ δικαιούται απλώς να εκπέσει από τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας την ωφέλεια που ο εργαζόμενος αποκόμισε από την άλλη απασχόλησή του (ΑΠ 324/2017).

ΣΤ. Το δικαίωμα επίσχεσης, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ και πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (ΑΠ 447/2015, 940/2015, 1248/2015, 790/2014).

Ζ. Ως καταχρηστικώς ασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών,) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις, ή αντιξοότητες, ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία, ή σε εξαιρετικά δυσμενείς για αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη, ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 670/2018, ΑΠ  412/2017, ΑΠ 940/2015).