Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 158, 159 παρ. 1, 174, 180 και 904 ΑΚ προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας με άκυρη σύμβαση εργασίας, δημιουργείται απλή εργασιακή σχέση και ο μισθωτός δικαιούται να απαιτήσει από τον εργοδότη την απόδοση του πλουτισμού, δηλαδή της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παρασχεθείσα εργασία.

Α. Άκυρη είναι, ενδεικτικά, η σύμβαση εργασίας   

α) Όταν η σύμβαση εργασίας αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (αισχρή, ανήθικη).

β) Όταν δεν τηρήθηκε συγκεκριμένος τύπος που  επιβάλλεται από ειδική  διάταξη νόμου,  ή κανονισμό με ισχύ ουσιαστικού δικαίου.

γ) Όταν ο νόμος απαγορεύει την απασχόληση σε ορισμένο επάγγελμα προσώπων που δεν είναι εφοδιασμένα με βιβλιάριο υγείας  (όπως στις επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος).

δ) Όταν απαιτείται άδεια εργασίας και ο εργαζόμενος δεν την έχει.

ε) Όταν απαιτείται κατοχή  ειδικού πτυχίου, ή διπλώματος για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος και ο εργαζόμενος δεν το έχει.

στ) Όταν ο εργαζόμενος δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα.

Β. Στην αποδοτέα ωφέλεια περιλαμβάνονται, οι αποδοχές (μισθός) που θα κατέβαλε ο εργοδότης για την ίδια εργασία και με τις ίδιες συνθήκες, σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, το επίδομα άδειας και τα επιδόματα εορτών. Εξαιρούνται οι παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του εργαζομένου, όπως είναι τα επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κ.λπ., εφ όσον αυτές δεν συντρέχουν, αναγκαίως, στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού. Σε κάθε περίπτωση η αποδοτέα ωφέλεια δεν μπορεί, να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι οικείες ΣΣΕ, ή ΔΑ (ΑΠ 950/2014, (ΑΠ 437/2015, ΑΠ 790/2017).

Γ. Αν ο εργοδότης καταβάλει στο προσωπικό του αυξημένες αποδοχές σε σχέση με τις προβλεπόμενες από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, για τον προσδιορισμό της αποδοτέας ωφέλειας η αποζημίωση θα υπολογισθεί με τις καταβαλλόμενες αποδοχές και όχι με τα κατώτατα όρια των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΑΠ  437/2015).

Δ. Για την πληρότητα της σχετικής αγωγής του εργαζομένου κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής, πέραν των άλλων στοιχείων και το ποσό που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο μισθωτό με τα ίδια προσόντα και ικανότητα και κάτω από τις ίδιες περιστάσεις αλλά με έγκυρη σύμβαση εργασίας. Για τον προσδιορισμό του ποσού που θα κατέβαλε ο εργοδότης με έγκυρη σύμβαση εργασίας απαιτείται και αρκεί να αναφέρεται στην αγωγή το είδος της εργασίας που θα παρεχόταν ο χρόνος διάρκειας της έγκυρης συμβάσεως, ο μισθός που θα καταβαλλόταν, οι όροι παροχής της εργασίας και ο χρόνος που θα διαρκούσε η σύμβαση (ΑΠ 2016/2007, ΑΠ 1414/2015).

Ε. Αν η βάση της αγωγής στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από την σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (ΑΠ 981/2013).