Α. Σύμφωνα με την παρ. 3 του  άρθρου 5 του ν. 2112/1920, η αποχή του εργαζομένου από την εργασία του, που οφείλεται σε βραχεία διαρκείας ασθένεια, δεν θεωρείται ως λύση της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του και δεν αποτελεί νόμιμο λόγο λύσης (καταγγελίας) της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη. Η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και ο μισθός καταβάλλεται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος. Η υπαιτιότητα του εργαζομένου δεν ερευνάται και δεν εξετάζεται, εάν η ασθένεια επήλθε στην εργασία, ή από άλλη αιτία, ή από ατύχημα, εργατικό ή μη και ανεξάρτητα, αν αυτό έχει συμβεί εντός του χώρου εργασίας, ή εκτός εργασίας.

Β. Σύμφωνα με την παρ. 3 του  άρθρου 5 ν. 2112/1920, ως «βραχείας διαρκείας» ασθένεια θεωρείται, η διαρκούσα

α) ένα μήνα, για τους υπηρετούντες μέχρι τέσσερα έτη.

β) τρεις μήνες, για τους υπηρετούντες από τέσσερα έτη έως δέκα έτη.

γ) τέσσερις μήνες, για τους υπηρετούντες από δέκα έτη έως δέκα πέντε έτη.

δ) έξι μήνες για τους υπηρετούντες άνω των δέκα πέντε ετών.

Γ. Μόνη η συνεπεία της ασθενείας του εργαζομένου ανικανότητά του να παράσχει την εργασία που παρείχε προηγουμένως και η εντεύθεν πέραν των παραπάνω χρονικών ορίων αποχή αυτού από την εργασία δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την καλή πίστη, ως σιωπηρή από αυτόν καταγγελία της σύμβασης εργασίας, αφού ο εργοδότης υποχρεούται, κατά τα άρθρα 288, 652 ΑΚ, ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμα, να λάβει πρόνοια υπέρ του μισθωτού και να του αναθέσει εργασία την οποία είναι ικανός να παράσχει (ΑΠ 876/1989).

Δ. Η απουσία του εργαζομένου επί σχετικώς μακρό χρόνο πέραν των ορίων της «βραχείας διαρκείας» ασθένεια, λόγω της ασθενείας, εφ' όσον δημιουργεί δυσχέρεια στην περαιτέρω ομαλή λειτουργία της επιχειρήσεως, δύναται να αποτελέσει «σπουδαίο λόγο» καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη. Η έννοια του σπουδαίου λόγου είναι νομική και την συνιστούν, κατ άρθρο 672 ΑΚ, περιστατικά, τα οποία αντικειμενικώς κρινόμενα, βάσει των ιδιαιτέρων περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, καθιστούν μη ανεκτή από τον εργοδότη την περαιτέρω συνέχιση της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 1037/2019).

Ε. Από τις διατάξεις των άρθρων 657 και 658 ΑΚ προκύπτει ότι κατά την διάρκεια της αποχής του εργαζομένου από την εργασία λόγω της ασθένειας, ο εργαζόμενος  διατηρεί την αξίωσή του προς καταβολή των νομίμων αποδοχών του για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τον (1) μήνα, εάν το κώλυμα παροχής εργασίας επήλθε (1) τουλάχιστον έτος μετά την έναρξη της σύμβασης, επί μισό δε μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση (ΑΠ 791/2011, ΑΠ 288/2018)